«Το χρέος δεν είναι βιώσιμο, αυτή ήταν και είναι η πάγια θέση μας, με αυτήν απαντάμε στην κυβέρνηση που υποκλίνεται στους τροϊκανούς… Αν δεν παραγραφεί, ολόκληρο ή κατά το μέγα μέρος του, ανάπτυξη στη χώρα δεν θα υπάρξει».

«Πάντων χρέος κρατεί» λοιπόν και όχι «νους», όπως έλεγε ο Αναξαγόρας… Και υπέρτατος σκοπός η βιωσιμότητα του χρέους, κατά την επικρατούσα πολιτική αντίληψη.

Αντίληψη η οποία δεν διαχέεται από μονεταριστές οικονομολόγους ή από ένα, κάποιο, νεοφιλελεύθερο κόμμα, αλλά από τη μείζονα αντιπολίτευση, αυτήν που αυτοαναφέρεται στον αριστερό, ριζοσπαστικό προσανατολισμό της. Ομως, η μονοσήμαντη, εμμονική και μάλλον ηττοπαθής αναφορά στο πρόβλημα του χρέους κι ο ισχυρισμός ότι χωρίς τη διαγραφή του η οικονομία της χώρας δεν θα μπορέσει να αναπτυχθεί, όχι μόνο υποβαθμίζουν τη διαπραγματευτική δυνατότητα της χώρας αλλά και εκτοπίζουν το, πράγματι, θεμελιώδες πρόβλημα της βιωσιμότητας της ελληνικής παραγωγής.

Το χρέος, κρινόμενο από τη σκοπιά της Πολιτικής Οικονομίας, είναι ένα δισυπόστατο οικονομικό μέγεθος, ένα μέγεθος ταυτόχρονα υλικό και άυλο, που επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό τη γενική κίνηση του κεφαλαίου. Ομως το χρέος, σύμφωνα τουλάχιστον με τις σχολές των οικονομικών της ευημερίας και ιδιαίτερα κατά το μαρξιανό παράδειγμα, εντάσσεται στο λεγόμενο πεδίο της κυκλοφορίας των ανταλλακτικών αξιών και ειδικότερα του χρήματος.

Ο Μαρξ, στην εισαγωγή των Grundrisse (1857), εκθέτει με σαφήνεια τη θέση πως κάθε κοινωνία οφείλει να αναλύεται ως ένας «συλλογισμός», που περιλαμβάνει τις εξής οικονομικές διαδικασίες ή φάσεις: Παραγωγή (ως καθολικότητα) / διανομή-ανταλλαγή (ως μερικότητα) / κατανάλωση (ως ατομικότητα), και υποστηρίζει πως η πρώτη, η παραγωγή, ως οργανική ολότητα, επικαθορίζει όλες τις άλλες διαδικασίες ή φάσεις. Συνάγεται συνεπώς ότι το χρήμα, μορφή του οποίου είναι το χρέος, αν και στην εποχή μας έχει κυριαρχήσει στη σφαίρα της κυκλοφορίας των ανταλλακτικών αξιών, υποτάσσεται, σε τελευταία ανάλυση, στην παραγωγική διαδικασία, η οποία αποτελεί την κύρια διαδικασία της γενικής κίνησης του κεφαλαίου.

Συνάγεται, δηλαδή, ότι η παραγωγική δυναμική είναι αυτή που υπερέχει στη γενική κίνηση του κεφαλαίου και, σε τελευταία ανάλυση, δημιουργεί την οικονομική ανάπτυξη. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αφορά μόνο παρελθούσες εποχές αλλά ισχύει ακόμη και σήμερα, στην κρίσιμη αυτή φάση ακμής -και συνάμα παρακμής- του καζινο-καπιταλισμού.

Το αναποδογύρισμα του μαρξιανού παραδείγματος, που μόλις περιγράφηκε, φανερώνει έλλειψη -ή και άρνηση- κατανόησης τόσο της γενικής όσο και της ειδικής κίνησης του κεφαλαίου, εκείνης που συνδέεται με τις εκάστοτε προϋποθέσεις (γενικές και ειδικές) μετατροπής του χρηματικού κεφαλαίου σε παραγωγικό κεφάλαιο.

Το αναποδογύρισμα αυτό εξηγεί το έλλειμμα τεκμηρίωσης των πρόσφατων εξαγγελιών του ΣΥΡΙΖΑ για την αντιμετώπιση της ανεργίας πάνω σε αξιόπιστα ποσοτικά και προπαντός ποιοτικά μεγέθη. Στην απουσία, με άλλα λόγια, εξειδικευμένης ανάλυσης της εσωτερικής σχέσης του παραγωγικού κεφαλαίου (εργασία/μέσα παραγωγής), με δεδομένη σήμερα τη χαμηλή δυνατότητα κινητοποίησης χρηματικού ή δανειακού κεφαλαίου.

Ανάλυσης όπου η «εργασία» θα προσδιορίζεται τόσο ποσοτικά, ως το ένα τμήμα δηλαδή του παραγωγικού κεφαλαίου, όσο και τεχνικά, ως ένα φάσμα μορφών-τύπων παραγωγικής εργασίας, κατάλληλων για την ανάπτυξη ενός ιδιότυπου και οικονομικά αποτελεσματικού παραγωγικού μοντέλου. Οπου, παράλληλα, τα «μέσα παραγωγής» θα προσδιορίζονται και αυτά τόσο ποσοτικά, ως το έτερο τμήμα του παραγωγικού κεφαλαίου, όσο και τεχνολογικά, ως ένα κατάλληλα διαρθρωμένο φάσμα τεχνικών μέσων-εξοπλισμών, κατάλληλων επίσης για την αξιοποίηση των διαθέσιμων και δημιουργούμενων μορφών παραγωγικής εργασίας, με σκοπό τη μεγιστοποίηση του οικονομικού και κοινωνικού αποτελέσματος.

Τέλος, το αναποδογύρισμα του μαρξιανού –και όχι μόνο- παραδείγματος εξηγεί την έλλειψη αξιολόγησης ή επεξεργασίας παλιών και νέων μορφών βιομηχανικού κεφαλαίου (βιομηχανικό υπό την ευρεία έννοια του αγκαλιάσματος κάθε κλάδου ή τύπου της παραγωγής, όπως αναφέρει ο Μαρξ) ή αγροτικού (καλλιεργητικού ή μεταποιητικού) κεφαλαίου.

Τα χρόνια των πρώτων μνημονίων πέρασαν, αλλά είναι πολύ πιθανό τα μέτρα που μας επέβαλαν να επανέλθουν με διαφορετικό όνομα. Η παγίδευση του ΣΥΡΙΖΑ σε διαχειριστικές, χρηματοοικονομικές προσεγγίσεις, η αποξένωσή του από τα εργαλεία της οικονομικής πολιτικής, βιομηχανικής-μεταποιητικής και αγροτικής, δεν επιτρέπει να υπάρξει αποτρεπτική και συνάμα δημιουργική απάντηση. Οπως και η απουσία βιώσιμης, ρεαλιστικής, δομικής -και όχι απλά συγκυριακής- προγραμματικής πρότασης που θα μετασχηματίσει την παραγωγική βάση της χώρας, θα τη στήσει στα πόδια της, δίνοντας ταυτόχρονα τη δυνατότητα εδραίωσης ενός κοινωνικά δίκαιου, αξιοπρεπούς αλλά και παραγωγικά ικανού εργασιακού καθεστώτος, δεν ανοίγει έναν διαφορετικό δρόμο.

Πηγαίνοντας ο ΣΥΡΙΖΑ προς τις εκλογές με κεντρικό επιχείρημα τη διαπραγματευτική του δεινότητα (ποιος όμως θα κάμψει ποιον, πώς και γιατί… ίδωμεν), δεν μπορεί να πείσει τα κοινωνικά στρώματα που συνδέονται άμεσα με την παραγωγή ή εκείνα που κατάλαβαν, έστω και αργά, την αναγκαιότητά της. Στην περίπτωση αυτή η ψήφος του ελληνικού λαού θα είναι ψήφος εκδίωξης των νυν και αβέβαιης ελπίδας προς αυτούς που έρχονται. Μια τέτοια ψήφος όμως δεν θα εκφράσει ένα δυναμικό παρόν και δεν θα προοιωνίζεται ένα επιθυμητό μέλλον.

* Δρ Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων

αναδημοσίευση από το Άρδην

Πολιτική — Δεκεμβρίου 28, 2014 at 6:04 μμ

Η επερχόμενη παγίδα

του Γιώργου Ρακκά

«Ο ΣΥΡΙΖΑ θα μας καταστρέψει». Είναι η μόνιμη επωδός όλου του συστημικού συρφετού, από τον Θ. Πάγκαλο, μέχρι την Μισέλ, από τον λύκο-που-στην-αναμπουμπούλα-χαίρεται Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, μέχρι τον απελπισμένο ψευτοκουτσαβάκη Αντώνη Σαμαρά και τον δόλιο σύμβουλό του.

Ωστόσο… Κάτι δεν μας λένε καλά… Αν όντως πιστεύουν κάτι τέτοιο, τότε γιατί επιτάχυναν τις διαδικασίες εκλογής του νέου προέδρου, και μάλιστα με υποψήφιο χωρίς πραγματικά συναινετικό χαρακτήρα, φέρνοντας έτσι ένα βήμα πιο κοντά τις πρόωρες εκλογές, και επιταχύνοντας το ενδεχόμενο μιας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ; Μα πολύ απλά, γιατί θέλουν να γίνει κάτι τέτοιο: Να αποφύγουν, δηλαδή, εκείνοι μια ναρκοθετημένη διαπραγμάτευση που θα τους έδινε την χαριστική βολή, και να προστατέψουν ό,τι έχει απομείνει από τα δικά τους κουφάρια.

Αυτό το τρυκ της Κασσάνδρας, είναι το τελευταίο colpo grosso του Αντώνη Σαμαρά πριν παραδώσει την εξουσία: Να την «στήσει» στην αξιωματική αντιπολίτευση προσπαθώντας να περισώσει μέσω μιας ενδεχόμενης διαπραματευτικής αποτυχίας της, ό,τι έχει απομείνει από το πολιτικό του γόητρο. Φυσικά, με αυτόν τον τρόπο δείχνει ότι αδιαφορεί παντελώς για το μέλλον αυτής της χώρας. Αλλά ποιός είπε ότι μπροστά στο δικό του το συμφέρον νοιάζεται για αυτό; Με παρόμοιο τρόπο ενέργησε τότε, το 1992, προς μεγάλη ευχαρίστηση του… Σωκράτη Κόκκαλη και των λοιπών μελλοντικών ‘βαρόνων’ του εκσυγχρονισμού.

Τα ίδια τάχα δεν έκανε και ο «όπου φύγει-φύγει» Κωνσταντίνος Καραμανλής το 2009, παραδίδοντας εντελώς αμαχητί την εξουσία στον Γιώργο Παπανδρέου, και χαρίζοντας του την μοναδική ευκαιρία να μείνει στην ιστορία της χώρας ως ο πολιτικός που την παρέδωσε σιδηροδέσμια στα χέρια της Τρόικας μ’ εκείνο το ανεπανάληπτο διάγγελμα στο Καστελόριζο;

Το κεντρικό ερώτημα έγκειται στο γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αντιλαμβάνεται αυτήν την παγίδα, και σηκώνει το γάντι της πρόκλησης, προκειμένου να διαχειριστεί εξελίξεις λίγο ως πολύ ναρκοθετημένες – αρκεί να προσέξει κανείς την νέα παρέμβαση του Σόιμπλε, που αξιώνει την τήρηση της παρούσας πολιτικής ανεξαρτήτως από το ποιος θα αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας στις επόμενες εκλογές, ώστε να αντιληφθεί ότι η παγίδα που στήνεται στην αξιωματική αντιπολίτευση μοναδικό στόχο έχει να την θέσει και αυτήν στο κάδρο των κομμάτων που υπέκυψαν στην αποικία χρέους. Και μέσω αυτής, να ενσωματώσει σύσσωμο το πολιτικό σύστημα στο κάδρο ενός «κανονικοποιημένου» μοντέλου ‘συσσώρευσης δια της εθνικής καταστροφής’ της Ελλάδας.

Η απάντηση στο ερώτημα βρίσκεται στην λανθασμένη στρατηγική που ακολούθησε ο Αλέξης Τσίπρας ήδη από τις εκλογές του 2012. Στο ότι έπαιξε, πολύ πρόωρα, το χαρτί της «κυβερνώσας αριστεράς», γεγονός που επέτρεψε στο κόμμα του να εκτοξευθεί στο 27% και να μετασχηματιστεί από κόμμα διαμαρτυρίας σε κόμμα εξουσίας –δίχως βέβαια να υπάρχουν ούτε οι υποκειμενικές ούτε οι αντικειμενικές συνθήκες που θα του επέτρεπαν να διαχειριστεί αυτήν την εξουσία και προπαντός χωρίς την ύπαρξη ενός ισχυρού λαϊκού κινήματος, προκαλώντας μια μεγάλη πολιτική αλλαγή, όπως υπόσχεται. Μάλιστα, τότε, είχε δηλώσει χαριτολογώντας ότι είναι «πολύ καλός στο… πόκερ». Μόνο που σε αυτού του είδους τον τζόγο «υψηλού ρίσκου» παρουσιάζεται μία μόνον ευκαιρία, και μάλιστα δίχως να μπορείς να επιλέξεις εσύ το πότε.

Και τώρα που ήρθε η στιγμή, όλες οι ενδείξεις βαίνουν σε βάρος της υπόσχεσης για μιαν ανατροπή στην διαπραγμάτευση με τους ξένους δανειστές, που θα απελευθέρωνε  την χώρα από τα δεσμά των μνημονίων: Οι Γερμανοί, είναι δεδομένοι και η ανθελληνική τους στρατηγική γνωστή, ενώ αυτήν την στιγμή δεν υπάρχει καμία άλλη ευρωπαϊκή δύναμη που φαίνεται ότι θα μπορούσε να στηρίξει μια «μικρή ελληνική ανταρσία» μέσα στην γερμανική Ευρώπη. Το «Ποδέμος» στηρίζει, ωστόσο αυτό έχει υιοθετήσει μιαν άλλη στρατηγική «δημιουργικής αναμονής» και ριζώματος των αντιστάσεων στους κόλπους της ισπανικής κοινωνίας –ενώ η Ιταλία εκφράσει μεν τις ενστάσεις της, ωστόσο δεν επιθυμεί να συμπαραταχθεί με την «καμένη» Ελλάδα. Την ίδια στιγμή, οι Αμερικάνοι έχουν καταλήξει σε μια συμφωνία με τους Γερμανούς γύρω από το Ουκρανικό, γεγονός που προσανατολίζει την Ε.Ε. στην στρατηγική του ευρωατλαντισμού κι έτσι αίρονται σε σημαντικό βαθμό οι ενστάσεις που είχαν οι ΗΠΑ στην γερμανική πολιτική σχετικά με την Ελλάδα. Τέλος, οι Ρώσοι εξαιτίας του νέου άτυπου ψυχρού πολέμου που έχει στηθεί γύρω από το Ουκρανικό στρέφονται αποφασιστικά προς την Ανατολή, γυρνώντας έστω και προσωρινά τις πλάτες τους στην Δύση, γεγονός που αναβαθμίζει τη σημασία των ρωσο-τουρκικών σχέσεων στην σκακιέρα του Πούτιν, και υποβαθμίζει αντίστοιχα την σημασία των Βαλκανίων και της Ελλάδας. Εξ ου και η πρόσφατη στροφή της Μόσχας σε σχέση με το Κυπριακό, από την πάγια υπεράσπιση των ελληνικών δικαίων σε μια πολιτική ευμενούς για την Τουρκία ουδετερότητας.

Ανεξάρτητα από το εάν όλες αυτές οι ισορροπίες είναι επισφαλείς και μεσοπρόθεσμα μάλλον θα ανατραπούν –οι αντισυσπειρώσεις που δημιουργεί η γερμανική πολιτική στην Ευρώπη δεν μπορούν να αποτραπούν μεσοπρόθεσμα– το παρόν κλίμα εντός κι εκτός της Ε.Ε. είναι εξόχως αρνητικό για την χώρα μας. Πόσο μάλλον για τους σχεδιασμούς του ΣΥΡΙΖΑ που στήριξε καθ όλη την προηγούμενη διάρκεια την στρατηγική του, στην αντίθεση μεταξύ Γερμανίας και ΗΠΑ, γύρω από τις πολιτικές που εφαρμόζονται στην Ευρώπη, και η οποία σήμερα τίθεται μάλλον σε δεύτερο πλάνο.

Όλα αυτά βέβαια δεν σημαίνουν ότι η Ε.Ε. έχει «κλειδώσει» ως μια «γερμανική φυλακή». Σημαίνουν όμως ότι η επιλογή να ξεκινήσει η ανταρσία ενάντια στην ευρωπαϊκή πολιτική λιτότητας από την Ελλάδα είναι σίγουρα λανθασμένη και εξαιρετικά επισφαλής. Οι Γερμανοί εξ άλλου, έχουν διαγνώσει ότι ο αδύναμος κρίκος του πολιτικού ρεύματος αμφισβήτησής, που τείνει να διαμορφωθεί στον ευρωπαϊκό Νότο, και το οποίο χαρακτηρίζεται από διάφορα ιδεολογικά πρόσημα (Ποντέμος, Μπέπε Γκρίλο κ.ο.κ.), όπως επίσης και την άνοδο της ευρωσκεπτικιστικής ακροδεξιάς στην Γαλλία (Λεπέν) ή την Μεγάλη Βρετανία (Νάιτζελ Φάρατζ), είναι ο ΣΥΡΙΖΑ και θα φροντίσουν έτσι να ξεκινήσουν από αυτόν την αντεπίθεσή τους.

Η χώρα μας πρέπει επομένως να τηρήσει «αμυντική στάση» και παρελκυστικές πολιτικές, να συγκροτήσει ευρύτερες συμμαχίες έως ότου γενικευτεί η ανοιχτή αμφισβήτηση των Γερμανών –και μόνον τότε να προχωρήσει και η ίδια στην αμφισβήτηση της «γερμανικής φυλακής», έτσι ώστε να αξιοποιήσει την ευρύτερη αναταραχή εντός της Ε.Ε.

Την ίδια στιγμή, στο εσωτερικό πεδίο, οι κοινωνικές κινητοποιήσεις βρίσκονται στο ναδίρ της τελευταίας πενταετίας, και κυριαρχεί παντού ένα κλίμα πολιτικής ανάθεσης –με κύρια ευθύνη γι’ αυτό το πολιτικό κλίμα που διαμόρφωσαν οι κύριοι εκφραστές του διάχυτου αντιμνημονιακού αισθήματος, ο ΣΥΡΙΖΑ και οι Αν. Ελ.

Επίσης, στο εσωτερικό του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ κυριαρχεί ένα μωσαϊκό αντιθέσεων, το οποίο απειλεί να εκραγεί με τις πρώτες αναταράξεις ή υποχωρήσεις στο μέτωπο της εσωτερικής διαπραγμάτευσης.

Τέλος, το «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης», που στηρίζεται σε μιαν αντίληψη «κοινωνικοποίησης»-αναδιανομής του πρωτογενούς πλεονάσματος της Αποικίας Χρέους, προσκρούει στο γεγονός ότι αυτό το πλεόνασμα είναι εξαιρετικά επισφαλές και αβέβαιο, και εξαρτάται από την καλή θέληση των ίδιων των αφεντικών  της Αποικίας (ΕΣΠΑ, Ευρωπαϊκή Τράπεζα, δόσεις) για να μπορεί κανείς να στηριχτεί σε αυτό. Το χειρότερο, δε, με αυτό είναι ότι οι πραγματικοί επικυρίαρχοι της χώρας έχουν τα μέσα να επιβάλουν την βούλησή τους, σε αντίθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος ακόμα και σε εσωκομματικό πεδίο εμφανίζεται ιδιαίτερα αδύναμος και υπάρχουν πολλοί παράγοντες οι οποίοι είναι έτοιμοι με την παραμικρή στραβοτιμονιά να κατηγορήσουν την ηγεσία τους για μια «Νέα Βάρκιζα». Και είναι πολύ φυσιολογικό: Όταν κανείς καλλιεργεί αντιπολιτευτικά ένα τέτοιο κλίμα προσδοκιών και υποσχέσεων, είναι πολύ εύκολο αυτό να γυρίζει μπούμερανκ με τις πρώτες διαψεύσεις.

Εξ άλλου, θα πρέπει να έχουμε στο νου μας το γεγονός ότι η παρατεταμένη προεκλογική περίοδος που ξέσπασε με την αναγγελία της πρόωρης εκλογής του ΠτΔ, έχει εξαναγκάσει τον ΣΥΡΙΖΑ να τρέχει διαρκώς πίσω από την τακτική της γρήγορης ανάληψης της εξουσίας, πραγματοποιώντας το ένα λάθος μετά το άλλο, συμμαχώντας με δυνάμεις της «μνημονιακής κεντροαριστεράς» (Κουβέλης, Τζάκρη) ή με παράγοντες της υστερομεταπολιτευτικής «βαθιάς εξουσίας» (λέγε με Γιάννα «Ίδρυμα Κλίντον» Αγγελοπούλου-Δασκαλάκη).

Έτσι σήμερα, βρισκόμαστε μπροστά σε μια ζώσα, εξελισσόμενη αντίφαση ενός πολιτικού προεκλογικού λόγου που ολοένα και εντονότερα στηρίζεται στην υπόσχεση μιας «μεγάλης αλλαγής» και μιας πολιτικής πρακτικής που κινείται προς την αντίθεση κατεύθυνση, αυτήν της ενσωμάτωσης.

Τέλος, ας μην ξεχνάμε και την «αστάθμητη μεταβλητή» που ιδιαίτερα κατά τα τελευταία 50 χρόνια ‘αποφάσιζε’, δηλαδή επικαθόριζε, την πορεία της χώρας: Τον τουρκικό επεκτατισμό, ο οποίος ολοένα και πιο έντονα τείνει να εγκαταλείψει το συναινετικό προσωπείο της «φιλίας» και να αξιώνει ανοιχτά και με τον ζόρι την ευθυγράμμιση της Ελλάδας στην νεο-οθωμανική πολιτική.

Και εδώ, όπως φάνηκε και κατά την πρόσφατη επίσκεψη του Νταβούτογλου στην χώρα μας, και το ολιγόλεπτο ραντεβουδάκι που επέτρεψε ο πρωθυπουργός της γείτονος στον πρόεδρο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ δεν διαφέρει σε τίποτα από την εξωτερική πολιτική των προηγούμενων κυβερνήσεων: Του Ευάγγελου Βενιζέλου κατά την θητεία της συγκυβέρνησης, του Δρούτσα κατά την πρώτη μνημονιακή κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, αυτήν της Ντόρας κατά τις κυβερνήσεις ΝΔ, και των Γιώργου Παπανδρέου-Θόδωρου Πάγκαλου στις μέρες της εκσυγχρονιστικής κυριαρχίας.

Έτσι, το «πολιτικό πόκερ» της κυβερνώσας αριστεράς έχει δημιουργήσει μια χιονοστιβάδα, την οποία καβάλησαν στο ΣΥΡΙΖΑ ιδιαίτερα μετά τον Σεπτέμβριο, ποντάροντας στην συντριβή των Σαμαρά-Βενιζέλου. Ξεχνούν όμως ότι πίσω από αυτούς κρύβονται οι γερμανοτροϊκανοί και ότι ο Σαμαράς έχει στήσει μία παγίδα σε όλες τις αντιμνημονιακές δυνάμεις για να τις οδηγήσει αυτές σε πιθανές καταστροφικές επιλογές, που διαφορετικά θα τις χρεωνόταν ο ίδιος.

Υπό αυτό το πρίσμα, και εάν οι παραπάνω εκτιμήσεις αποδειχθούν σωστές, είναι πολύ εύκολο να φανταστούμε το τι θα συμβεί τους επόμενους μήνες, υπό την προϋπόθεση της ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία: Οι διαπραγματευτές θα τον στήσουν στον τοίχο, και ένα κόμμα που έχει συνδέσει την πολιτική του μοίρα με την συμμετοχή του στους κόλπους της ευρωπαϊκής αριστεράς, ένα κόμμα που είναι παντελώς ανέτοιμο, ‘φύσει’ και ‘θέσει’ ανίκανο να διαχειριστεί μια ρήξη με την Ευρώπη, θα αναγκαστεί να υποκύψει στις αξιώσεις της Γερμανικής Ευρώπης. Και τότε θα ανοίξουν οι ασκοί του Αιόλου, τότε ακόμα και αυτή η δυναμική που δημιούργησε το χαρτί της ‘κυβερνώσας αριστεράς’ θα εξανεμιστεί εν μέσω αποχωρήσεων, καυγάδων, καταγγελιών, με συνέπεια να ‘κοντύνει’ η αξιωματική αντιπολίτευση σ’ έναν απλό παράγοντα της κεντροαριστεράς, μαζί με τους υπόλοιπους.

Και εκείνη την στιγμή, ο φόβος, η απελπισία και το αδιέξοδο θα κάνουν πολύ καλά την δουλειά τους –θα δημιουργήσουν ένα διάχυτο κοινωνικό κλίμα ανασφάλειας που θα νομιμοποιήσει νεο-αυταρχικές λύσεις, δίνοντάς τους μάλιστα πλειοψηφικό αέρα. Θα παιχτεί τότε το χαρτί του ενός ελληνικού Μπερλουσκονισμού, με μια ρετουσαρισμένη, «μετά-μεταπολιτευτική» ακροδεξιά, και άλλα συμπληρώματα μαφιόζων, ντήλερ της ολιγαρχίας, και μπάζων του παλαιού πολιτικού συστήματος.

Την ίδια στιγμή, μια ενδεχόμενη αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ θα απονομιμοποιήσει εν γένει κάθε απόπειρα «αριστερής» απάντησης στην κρίση και κάπως έτσι το «μνημόνιο» θα ολοκληρωθεί με την έννοια ότι θα έχει προκύψει ένα νέο πολιτικό καθεστώς στα πρότυπα χωρών του πρώην Ανατολικού Μπλοκ, ο αυταρχισμός του οποίου θα είναι απολύτως συμβατός με την κοινωνική σκληρότητα και την οικονομική βία που ασκείται και θα ασκηθεί πάνω στην ελληνική κοινωνία.

Η ενδεχόμενη αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ, θα οδηγήσει σε καταστάσεις που θα λύσουν από μόνες τους το αίνιγμα της πολιτικής νομιμοποίησης της «αποικίας χρέους» αφού η πολιτική αστάθεια που θα έχει μεσολαβήσει θα έχει μεταβάλει την χώρα σε φτερό στον άνεμο που θα φυσούν οι κερδοσκόποι, και οι νέοι αποικιοκράτες.

Με την πρώτη φάση του μνημονίου, η χώρα ξέγραψε την ευημερία της ύστερης μεταπολίτευσης, και τις αυταπάτες περί της βιωσιμότητας ενός ευρωπαϊκού τρόπου ζωής. Με την δεύτερη φάση, εκείνη της ολοκλήρωσής του σε καθεστώς ‘αποικίας χρέους’, θα καταλάβει πολύ καλά ότι η μοίρα της δεν διαφέρει και πολύ από εκείνην της Βουλγαρίας, και των υπόλοιπων Βαλκανικών κρατών που βρέθηκαν στο στόχαστρο της παγκοσμιοποίησης (λέγε με Σερβία, με την Κύπρο και την Θράκη να παίζουν τον ρόλο ενός οιονεί ελληνικού «Κοσόβου»).

Υπάρχει άραγε διέξοδος από αυτήν την μηχανική αλληλουχία των γεγονότων; Όχι, υπό το πρίσμα των στρατηγικών που είναι κυρίαρχες εντός του παρόντος πολιτικού συστήματος. Όχι, στο πλαίσιο του γνωστού επικοινωνιακού πολέμου των χαρακωμάτων, ενός παιχνιδιού εντυπώσεων που αποτελεί πλέον τον μόνο δυνατό τρόπο με τον οποίον μπορεί να ασκήσει πολιτική η παρούσα εκδοχή του ελληνικού κοινοβουλευτισμού.

Δεν είναι τυχαίο, εξ άλλου, ότι ενόψει μιας τόσο σοβαρής διαπραγμάτευσης δεν υπάρχει καμία συζήτηση γύρω από τις στρατηγικές αντιμετώπισης των νέων εκβιασμών, ενώ η πολιτική συζήτηση του τόπου καταβυθίζεται στην δυσωδία των «Χαϊκάλης-Γκέιτ», με πρωταγωνιστές φτωχομπινέδες ανθυποπράκτορες, γελωτοποιούς, και ποντικούς των παρασκηνίων. Αποτελεί δε δείκτη του πολιτικού επιπέδου της χώρας, ότι σε αυτή την υπόθεση, και ανεξάρτητα από το τι έχει συμβεί, κανείς δεν διατηρεί το ηθικό πολιτικό πλεονέκτημα έναντι του αντιπάλου του.

Όλα τούτα δείχνουν, ότι σταδιακά η πολιτική αντιπαράθεση καταλήγει σ’ έναν εργαλειακό πόλεμο χαρακωμάτων για την απόσπαση της εξουσίας, όπου κυριαρχούν οι συμφωνίες κάτω από το τραπέζι, η ίντριγκα και το παρασκήνιο, ενώ η πολιτική διαμάχη αποψιλώνεται σταδιακά ακόμα και από εκείνες τις προσχηματικές προγραμματικές συγκρούσεις: Μισέλ Ασημακοπούλου, Θόδωρος Πάγκαλος, και Άδωνις Γεωργιάδης από την μία, επαναπατρισμός του ασώτου Φώτη Κουβέλη, Θεοδώρα Τζάκρη, Βουδούρης και Παραστατίδης από την άλλη. Λες και δεν πέρασε ούτε μια μέρα από τις χειρότερες στιγμές δικομματισμού της ύστερης μεταπολίτευσης.

Κάθε μέρα, κάθε στιγμή εξέλιξης αυτής της διαμάχης δεικνύει ολοένα και πιο κατηγορηματικά πως η εναλλακτική λύση βρίσκεται έξω από το παρόν πολιτικό σύστημα, γιατί αυτό τελεί σε συνθήκες συγκρουσιακής ισορροπίας μέσα στο αδιέξοδο.

Σε αντίθεση, δε, με τις υποσχέσεις που μοιράζονται σήμερα αφειδώς, τόσο από τον πόλο των «κουΐσλιγνκ» –δηλαδή της συγκυβέρνησης– όσο και από τους τυχοδιώκτες της «κυβερνώσας αριστεράς» δεν υπάρχει κανένα εύκολο σαξές στόρυ, και καμία ανέξοδη διαφυγή από το μνημόνιο.

Αντίθετα, η αντιστασιακή στρατηγική πρέπει να είναι μεσο-μακροπρόθεσμη, και να πατάει στα πραγματικά δεδομένα της Ελλάδας και της διεθνούς συγκυρίας καλλιεργώντας συστηματικά τις θετικές συνθήκες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μεταβολή της αρνητικής συγκυρίας για την χώρα μας.

Έτσι, έναντι του «πολιτικού πόκερ» της κυβερνώσας αριστεράς πρέπει να προκρίνουμε μια γραμμή κοινωνικού και πολιτικού «αντάρτικου» στην πολιτική της αποικίας χρέους φθείροντας κατά το μέγιστο τους κοινωνικό-πολιτικούς της εκφραστές. Και αυτή τη στρατηγική, παρά τις μεγάλες διαφωνίες που μας χωρίζουν μαζί τους, προτάσσει και το ΚΚΕ ή ακόμα και ένα κομμάτι της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς.

Επομένως, έναντι μιας αντίληψης γρήγορης –και βραχύχρονης– κατάληψης της κυβερνητικής εξουσίας, πρέπει να προκρίνουμε την στρατηγική της ενίσχυσης του λαϊκού κινήματος, της ανάπτυξης μιας «δυαδικής εξουσίας», παράλληλων δομών που θα λειτουργούν παραδειγματικά και θα στέκουν αντίβαρο στην παρακμή των σάπιων μέχρι το μεδούλι κυρίαρχων θεσμών που είναι έτοιμοι να μεταβάλουν οποιονδήποτε πολιτικό φορέα κι αν σπεύσει να τους διαχειριστεί άμεσα σε εικόνα και ομοίωσή τους.

Έναντι μιας υπόσχεσης περί γρήγορης επιστροφής στον παλιό καλό παράδεισο θα πρέπει να υπάρξει μια συστηματική ανάλυση και επεξήγηση της πραγματικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται η χώρα: Μια κοινωνία με διαλυμένο παραγωγικό ιστό, υδροκέφαλη, όπου ο μη-ενεργός οικονομικά υπερβαίνει τον ενεργό οικονομικά  πληθυσμό, και ο τελευταίος απασχολείται ως επί το πλείστον σε παρασιτικές δραστηριότητες που είναι υπερβολικά δεμένες με το κράτος, τα κόμματα ή την διεθνή συγκυρία (λέγε με τουρισμό). Αυτή η κοινωνία, αντικειμενικά, χαρακτηρίζεται από μικρή δυνατότητα αυτοδυναμίας και άρα είναι πολύ πιο ευεπίφορη, ανάλογα με την υφή και την συγκεκριμένη θέση του εκάστοτε κοινωνικού στρώματος, είτε σε πολιτικές σπέκουλας του φόβου –λέγε με ΝΔ, ή αύριο, Μαρινάκη και Μπέο– είτε σε πυροτεχνήματα και «τουφεκιές από αλεύρι» που υπόσχονται μια γρήγορη και εύκολη αποκατάσταση της ευημερίας της ύστερης μεταπολίτευσης.

Όντως, το δίλημμα έχει τεθεί, ωστόσο δεν είναι αυτό που θα μας απασχολήσει στις επικείμενες, πρώτες εκλογές αλλά στην πολιτική αστάθεια που θα επακολουθήσει. Ή θα συγκροτηθεί μια δύναμη «πατριωτικής αριστεράς» που θα χτίσει μια πλειοψηφική κοινωνική ηγεμονία μ’ ένα αταλάντευτο όραμα εθνικής απελευθέρωσης, κοινωνικής δικαιοσύνης, οικολογίας, άμεσης δημοκρατίας, πολιτιστικής αναγέννησης και παραγωγικής ανασυγκρότησης, που θα παραμείνει κουφό στις σειρήνες των εκπτώσεων για χάρη ευκαιριακών εκλογικών συμμαχιών και οπορτουνιστικών σχημάτων κυβερνητισμού ή η χώρα θα βυθιστεί σε μια νεο-αυταρχική νύχτα μπαίνοντας στο κλαμπ των «αποτυχημένων κρατών» των Βαλκανίων και του πρώην Ανατολικού Μπλοκ, με ό,τι κι αν σημαίνει αυτό σε επίπεδο εξαθλίωσης της κοινωνίας, και εθνικής ακεραιότητας της χώρας.

Ενάντια στην λογική του «ή τώρα ή ποτέ» που κυριαρχεί σήμερα στα τηλεπαράθυρα, έχουμε καθήκον σήμερα να προστατέψουμε όσες υγιείς δυνάμεις απομένουν σε αυτήν την χώρα, από τα ψευδοδιλλήματα μιας εκλογικής αντιπαράθεσης που προτιμάει να ξεχνάει τις πραγματικές απειλές που αντιμετωπίζει η Ελλάδα, για να επιδοθεί σ’ έναν εργαλειακό ανταγωνισμό για την εξουσία. Αυτές οι δυνάμεις, θα πρέπει να παραμείνουν με καθαρό μέτωπο ώστε πολύ σύντομα, κυριολεκτικά αύριο, να συμβάλουν στην οικοδόμηση ενός πόλου πραγματικής αντίστασης.

Υ.Γ. Είναι γνωστό το επιχείρημα που μας αντιτάσσουν κάποιοι, κακόβουλα, πως «λέμε τα ίδια με τον Σαμαρά». Το πρόβλημα, τους απαντάμε, είναι ότι ο τρόπος που πολιτεύεται ο ΣΥΡΙΖΑ δίνει στον Σαμαρά μία ύστατη, ανέλπιστη ευκαιρία: Δεν γίνεται, ο Τσίπρας να αντιμετωπίζει τους εκβιασμούς των αγορών με αστειότητες του τύπου «θα βαράμε νταούλι, κι αυτοί θα χορεύουν». Έτσι, δίνει την δυνατότητα στον Σαμαρά να συγκαλύψει τα πεπραγμένα της κυβέρνησής του, καθώς και την αθλιότητα της μνημονιακής καθημερινότητας που έχει αυτή προκαλέσει, πίσω από την επίκληση της κοινής λογικής –όπως έκανε και στο πρόσφατο διάγγελμα. Και ταυτόχρονα, με αυτήν την τακτική επιτρέπει, για παράδειγμα, να αναπτυχθεί περαιτέρω ένα ρεύμα «υπεύθυνης» (sic!) κεντροαριστεράς με κύριο εκφραστή «Το Ποτάμι», ή δημιουργεί και πάλι χώρο στον ΓΑΠ, ώστε να λάβει νέες πολιτικές πρωτοβουλίες.

αναδημοσίευση άρθρου του Γ. ΔΕΛΑΣΤΙΚ από την εφημερίδα «το Έθνος»

Μια συναίνεση – λαιμητόμος

Ολέθριο σφάλμα με σοβαρές πολιτικές συνέπειες για τον ΣΥΡΙΖΑ θα συνιστούσε ενδεχόμενη επιλογή της ηγεσίας του να συναινέσει στην εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας από την παρούσα Βουλή. Οι πιέσεις που ασκούνται προς αυτήν την κατεύθυνση αποσκοπούν στο να καταστήσουν τον ΣΥΡΙΖΑ πολύ πιο εύκολα ενσωματώσιμο από το σύστημα. Αν συναινέσει, πραγματικά θα έχει ενσωματωθεί πριν καν γίνει κυβέρνηση!

Η αποξένωση των αριστερών ψηφοφόρων του θα αποτελέσει τον καθοριστικό παράγοντα εύκολης ενσωμάτωσής του. Χωρίς αυτούς, ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί άνετα να κατακτήσει την πλειοψηφία που θα του επιτρέψει να σχηματίσει κυβέρνηση, μόνος ή με συμμάχους. Χωρίς αυτούς όμως είναι αδύνατον να ασκήσει προοδευτική διακυβέρνηση – που να διαφέρει έστω και λίγο δηλαδή από αυτή την ακραία μνημονιακή πολιτική της κυβέρνησης Σαμαρά – Βενιζέλου.

Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει κατά κανένα τρόπο συνειδητοποιήσει το βάθος των προετοιμασιών τόσο του ελληνικού κατεστημένου όσο και της Γερμανίας μέσω της τρόικας προκειμένου να υποδεχτούν από θέση ισχύος μελλοντική κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Δεν βυσσοδομούν ΕΕ και ελίτ για να αποτρέψουν νίκη του ΣΥΡΙΖΑ. Προετοιμάζονται μεθοδικά γι’ αυτήν.

Δεν την επιθυμούν φυσικά τη νίκη αυτή. Γνωρίζουν όμως ότι δεν μπορούν να την αποτρέψουν. Με τον ρεαλισμό, που πάντα τους διακρίνει, λοιπόν, προετοιμάζουν το περιβάλλον που θα πιέσει ασφυκτικά τον Αλέξη Τσίπρα να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά τους. Ετσι ελπίζουν. Αν έχουν δίκιο ή όχι, μόνο η ζωή θα το αποδείξει. Φυσικά και προτιμούν οι Γερμανοί, αν γίνουν εκλογές και φτιάξει κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ, η κυβέρνηση αυτή να βρεθεί υπό καθεστώς μνημονίου! Τη μελλοντική κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θέλουν να δέσουν από την αρχή χειροπόδαρα οι Γερμανοί – γι’ αυτό η τρόικα δεν υπογράφει τίποτα τώρα.

Αν βρει τους 180 βουλευτές η κυβέρνηση ΝΔ – ΠΑΣΟΚ και εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ακόμη καλύτερα για τους Γερμανούς! Βεβαίως και θα προτιμούσαν μια τέτοια εξέλιξη, αφού επί ενάμιση χρόνο ακόμη θα είχαν να κάνουν με την υποτακτική κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου. Επειδή όμως αμφιβάλλουν έντονα αν βρει η κυβέρνηση τους 180, προετοιμάζονται και για κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, βέβαιοι ότι και αυτή θα την κάνουν ό,τι θέλουν! Οι μεγάλες δυνάμεις δεν αμφιβάλλουν ποτέ ότι θα ελέγχουν οποιαδήποτε κυβέρνηση κάθε υποτελούς χώρας.

Αν βγάλουν Πρόεδρο η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, πράγμα που σημαίνει ότι θα κυβερνήσουν άλλον ενάμιση χρόνο, κανείς δεν ξέρει τι πολιτικό κλίμα θα επικρατεί τον Ιούνιο του 2016. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα υποχρεωθεί να περιμένει όλο αυτό το διάστημα, χωρίς καθόλου να είναι βέβαιος ότι τότε θα μπορέσει να νικήσει και να σχηματίσει κυβέρνηση. Από την άλλη, τον Ιούνιο του 2016 πρέπει ΕΕ και ελίτ να προετοιμάζονται και για αυτοδύναμη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, με τελειωμένο το μνημόνιο!

Καθόλου δεν θέλουν μια τέτοια προοπτική. Οχι ότι τους τρομοκρατεί, βέβαια, αλλά ξέρουν ότι θα παιδευτούν πολύ περισσότερο, πιθανότατα, να ενσωματώσουν μια αυτοδύναμη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Σίγουρα προτιμούν ομαλή εναλλαγή στην εξουσία με πολύ πιο ευνοϊκούς όρους για τα συμφέροντά τους.

Χωρίς αυτοδυναμία θα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, αν οι βουλευτικές εκλογές γίνουν στα τέλη Φεβρουαρίου ή Μαρτίου. Αν πετύχει η κολοσσιαία επιχείρηση κατασπάραξης των ΑΝΕΛ για να μείνουν εκτός Βουλής, ο ΣΥΡΙΖΑ θα υποχρεωθεί να κάνει κυβέρνηση με το Ποτάμι, ένα πλήρως μνημονιακό κόμμα. Το τέλειο σενάριο για τους Γερμανούς!

Το τοπικό μας ζήτημα όπως αυτό (δεν) εξελίσσεται, είτε από τη θετική του οπτική ως μια οραματική πρακτική-αναζήτηση για την τοπική αναδημιουργία, είτε από την αρνητική του οπτική ως ξεπουλήματος της Αίγινας (οικισμός ομίλου Λάτση, υδατοκαλλιέργειες, εκτάσεις του Πολεμικού Ναυτικού, ρυθμιστικό σχέδιο, υποψίες διείσδυσης του γερμανικού παράγοντα για επενδύσεις κλπ), άπτεται της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Από πλευράς θετικών στάσεων και τάσεων στην τοπική κοινωνία, άνθρωποι προσκείμενοι, βρίσκονται σε μια αμηχανία και προσμονή για θετικές εξελίξεις στην κεντρική πολιτική σκηνή, ελάφρυνσης των επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης μέσω της εκλογής ενός κυβερνητικού σχηματισμού, με την ηγετική συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ. Από την άλλη, όσοι προσδοκούν σε ένα ξεπούλημα του νησιού μέσω των νέων επενδύσεων για την «ανάπτυξή του» βρίσκονται στην κυριολεξία μπλοκαρισμένοι αναμένοντας από την κεντρική πολιτική σκηνή μια μεταβατική κυβέρνηση που θα επιτύχει την πολυπόθητη συνοχή για τη λειτουργία της οικονομίας, έτσι όπως οι ίδιοι την επιθυμούν: εξαρτημένη, αντιπαραγωγική και παρασιτική. Εξ άλλου, η νέα δημοτική αρχή συμμετέχει αβανταδόρικα σε μια συμμαχία αυτοδιοικητικών παραγόντων για την απαίτηση των ανάλογων πόρων από την κεντρική εξουσία. Συνεπώς η συζήτηση για το τοπικό, αναγκαστικά, μετατοπίζεται στη συνολική του διάσταση και μάλιστα μονομερώς. Ό,τι μπορεί να συμβαίνει αυτήν την περίοδο σε τοπικό επίπεδο μπορεί κανείς να πει πως αφορά σε μια συντήρηση ζητημάτων τα οποία θα αναδειχθούν ίσως σε μιαν επόμενη φάση, όταν θα έχει ξεκαθαρίσει το πολιτικό τοπίο σε κεντρικό επίπεδο. Δηλαδή μπορεί να λαμβάνονται αποφάσεις από την τοπική μας κυβέρνηση, να πραγματοποιούνται κάποιες δράσεις και εκδηλώσεις αλλά αυτές δεν μπορούν να παίξουν κάποιο ρόλο στην παρούσα φάση.
Οι πολιτικές εξελίξεις αντιστοιχούν σε μια χώρα της περιφέρειας, εξαρτημένης, και σε μια συγκυρία μιας νέας δανειακής σύμβασης, με τη Γερμανία σε ηγεμονικό ρόλο. Η ρευστότητα των πολιτικών συμμαχιών, τόσο στη δεξιά, στο κέντρο όσο και στην αριστερά, δεν δείχνουν ότι η χώρα μπορεί να αποκτήσει μια κυβέρνηση εκτός από αυτήν που θα μπορέσει με πρόσωπα μιας σχετικής αποδοχής να διευθετήσει τις νέες υποταγές. «Λύσεις» που αναφαίνονται στις κατευθύνσεις μιας μεταβατικής κυβέρνησης είναι κυρίως από: α)τις προσπάθειες των κεντρώων κύκλων ή εφεδρείες που πιθανώς να ενεργοποιηθούν («ΠΟΤΑΜΙ», ΔΗΜΑΡ, ΠΑΣΟΚ και κεντροδεξιούς της ΝΔ ή κεντροαριστερούς του ΣΥΡΙΖΑ) β)του ΣΥΡΙΖΑ να πιθανολογεί για κυβέρνηση «εθνικής σωτηρίας, χωρίς τα πρόσωπα των Σαμαρά-Βενιζέλου» ή την επισφαλή δημιουργία μιας αριστερής (;) κυβέρνησης που θα διαπραγματευτεί το χρέος, προκρίνοντας ως ελάχιστο το «επαχθές» κι έχοντας κάνει γαργάρα τα «περί οριστικής διαγραφής» γ)της δεξιάς και άκρας δεξιάς, είτε ως η ΝΔ να υποδεχθεί μια καθαρισμένη άκρα δεξιά, είτε της δημιουργίας ενός δεξιού κόμματος με στοιχεία από όλο το φάσμα των επιγόνων του Πιουριφόι και της χούντας και φυσικά με τη Χρυσή Αβγή ή Εθνική Αβγή ή ως κάποιο άλλο μόρφωμα-ενεργούμενο σύμμαχο, να αποκαθάρεται μετά τις δρομολογούμενες ευνοϊκά εξελίξεις τις δίκης. Από όλη αυτήν την αποικιακού τύπου πολιτική παθολογία, διαφαίνεται η μια εξέλιξη, με δυο εκδοχές: Η διαρκής πολιτική-κοινωνική-οικονομική κρίση, είτε στην κατεύθυνση μιας δήθεν πολιτικής εξομάλυνσης για τη χρηματοδότηση, εκ της νέας Δανειακής συμβάσεως η οποία θα δρομολογήσει σοβαρότερες κρίσεις στη συνέχεια, είτε στην κατεύθυνση της διακυβέρνησης εκ μέρους ενός από τα «άκρα».
Σοβαρό ρόλο θα διαδραματίσει η υπόθεση του κυπριακού ζητήματος, σε μια περίοδο που συζητείται ένα νέο σχέδιο διχοτόμησης, η κρίσιμη εξέλιξη στην Τουρκία και ο ασταθής γεωπολιτικός της ρόλος, οι εξελίξεις μια νέας έμπνευσης ΝΑΤΟ αναφορικά με την υπόθεση της Ουκρανίας-Ρωσίας και σαφώς οι εξελίξεις γύρω από τις νέες δυνάμεις που θα διαφανούν στην ΕΕ, σε μια περίοδο που ο «ευρωσκεπτικισμός» περισσεύει δίπλα σε μια κοσμοπολίτικη ευρω-αριστερά να συμμαζεύεται στο διαχειριστικό της ρόλο στο πλαίσιο του νικηφόρου νεοφιλελευθερισμού και της νεοαποικιοκρατίας.
Ο μοναδικός αστάθμητος παράγοντας, βέβαια, που ακυρώνει κάθε ένδειξη μέλλοντος δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον κόσμο που ακόμα δεν έχει πει την τελευταία του λέξη. Για αυτό και το τοπικό ζήτημα, όσο κι αν δέχεται την επίθεση του κεντρικού, σε μια χώρα της ιστορικά εξαρτημένης περιφέρειας, παραμένει ζωντανό ως ερώτημα για μια νέα σύνθεση.

Όπως και η απερχόμενη διοίκηση του Δήμου Αίγινας, η νέα δημοτική αρχή φαίνεται να προβάλει από το κέλυφος του παλιού. Ως μια συμμαχία, ενάντια σε άλλες, με στόχο την κατάκτηση της διοίκησης έρχεται από το παρελθόν χωρίς αρχές, χωρίς θέσεις, χωρίς στόχους. Η διαχείριση, με όσα συνεπάγεται το γενικότερο πλαίσιο του εφαρμοσμένου αντιπαραγωγικού και παρασιτικού οικονομικού-πολιτικού μοντέλου φαίνεται να είναι ο άξονας. Άρα λοιπόν, αναπαράγοντας τα συνθήματα των επόμενων διοικήσεων θα σταθούν σε μια πιθανή πενταετία ως τοποτηρητές μιας σειράς επιλογών που σχετίζονται με την αποικιοποίηση της χώρας. Ένας αποφασιστικός παράγοντας αποδοχής των μεταρρυθμίσεων, διεκπεραίωσης της μετακύλισης του χρήματος από τους οργανισμούς προς τα αφεντικά, συντήρησης της φτώχειας με στοχευμένα προγράμματα επιμόρφωσης, εκποίησης, νέων χρεώσεων και σαφώς μιας πρακτικής υποβοήθησης ανθρώπων που ανήκουν στο περιβάλλον. Αυτά βεβαίως δεν είναι καινούρια ούτε καν εμπίπτουν αποκλειστικά στην ευθύνη της νέα διοίκησης. Επίσης η νέα διοίκηση του Δήμου Αίγινας δεν αποτελεί τον μοναδικό παράγοντα εξουσίας και αποφάσεων-μάλλον είναι το θέατρο αυτών των μικρών αλλά ισχυρών ηγεμονικών ομάδων που ανταγωνίζονται στα 200 μέτρα της παραλίας της πόλης μας μαζί με τους βαστάζους και αβανταδόρους τους. Έτσι, αυτά, αποτελούν αναβιώσεις του παρελθόντος σε ένα κοινωνικό περιβάλλον που ελάχιστα έχει αλλάξει σε κοινωνικό-αξιακό επίπεδο ενώ η οικονομική του καταβαράθρωση διασκεδάζεται με «ιδέες» και προσδοκίες.
Για αυτό και το ουσιώδες ζήτημα είναι το εμείς. Εμείς ποιοι; Εμείς ως τι; Αυτά είναι τα βασικά ερωτηματικά που συνθέτουν τα «όχι μόνο τι λέει αλλά και ποιος είναι»-«όχι μόνο ποιος είναι αλλά και τι λέει». Οι μέχρι προσφάτως ακαθόριστες δυναμικές που ξεπρόβαλαν ως αντιθετικές στάσεις είναι οι πολλών ταχυτήτων και εκφράσεων αμυντικές συσσωματώσεις ως ευαίσθητα «οικοσυστήματα» με λίγους ανθρώπους να συγκροτούν «συγκοινωνούντα δοχεία» βραχέος βίου, με πολλαπλές αντιφάσεις και κυρίως αυτήν, της αντίληψης του «εμείς κι εμείς». Πολλά από λίγους, λίγα από πολλούς με ό,τι μπορούμε για να μην κάνουμε και με ό,τι κάνουμε για να μην μπορούμε. Κομμάτι ευρύτερο της γενικότερης κοινωνικής παθολογίας, το «εμείς και εμείς», διαδραματίζει ρόλο αυτοϋπονόμευσης του όποιου δημιουργικού μετασχηματισμού. Για αυτό και τα πράγματα γίνονται όλο και πιο σύνθετα, για αυτό και τα προβλήματα όλο και πιο δυσεπίλυτα. Ο «Γιάννης» και το «θεριό» για να το πούμε πιο απλά βρίσκονται στον ίδιο ρόλο να «φοβάται» ο ένας τον άλλον. «Εμείς και εμείς» και «αυτοί και αυτοί» βρίσκονται στους ίδιους ρόλους.
Πρέπει όμως να ονειρευόμαστε. Κι ονειρευόμαστε.

 

Στις μέρες μας εκτέθηκε στη δημοσιότητα κείμενο 60 δημάρχων απ’ όλη την Ελλάδα που κατά γενική ομολογία στηρίχθηκαν από το κυβερνητικό κόμμα της Νέας Δημοκρατίας ή τουλάχιστον έχουν μια σοβαρή πρόσβαση στο μηχανισμό της. Το κείμενο που φέρει τον τίτλο «Κίνημα Ανατροπής στην Αυτοδιοίκηση» που θυμίζει και λίγο την άκρα αριστερά, το υπογράφει και ο νεοεκλεγείς δήμαρχος Αίγινας Μούρτζης. Είναι ένα κείμενο το οποίο εμπεριέχει κάποιες αλήθειες που ωστόσο έχουν καταστεί καραμέλα στο στόμα των εκπροσώπων της τοπικής αυτοδιοίκησης από την εποχή του Καλλικράτη και μετά, απολογητικές φανφάρες για την απραξία που έχουν περιέλθει. Έρχονται στην κυριολεξία αντιμέτωποι με την εφαρμογή του Καλλικράτη ο οποίος αποβλέπει σε μια τοπική αυτοδιοίκηση που θα είναι μακρύ χέρι του κράτους, χωρίς να πραγματοποιούν τη στοιχειώδη κριτική στο θεσμό. Αναπαράγοντας μια συνθηματολογία «αποσχιστική» σχεδόν, χωρίς να αναιρούν τον Καλλικράτη επιδίδονται σε ριζοσπαστικούς ακροβατισμούς στηρίζοντας κατά γράμμα τις βασικές συντεταγμένες της λογικής του. Διότι, τι μπορεί να σημαίνει η «εφαρμογή πολιτικών φορολογικής αποκέντρωσης, η παροχή δυνατότητας εκμετάλλευσης των δυνατοτήτων του ιδιωτικού τομέα για τη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών» αν δεν σημαίνει τη δυνατότητα περεταίρω φορολόγησης των δημοτών και την εκποίηση της δημοτικής περιουσίας ή την εκχώρηση της διαχείρισης δομών, σε ιδιώτες; Τι άλλο μπορεί να σημαίνει η «τοπική ανάπτυξη και ενίσχυση της απασχόλησης, αποτελούν ζητήματα πρώτης προτεραιότητας» πέρα από την εφαρμογή προγραμμάτων για τους ανέργους τα οποία διαχειρίζονται και πλουτίζουν διάφορες αναπτυξιακές εταιρίες που τρώνε την πίτα κι αφήνουν κάποια ψίχουλα για ανέργους (που κι αυτοί, μέσο θα βάλουν για να ενταχθούν); Τι σημαίνει ότι «είμαστε διατεθειμένοι να αναλάβουμε δράσεις για την προώθηση της χρήσης κι άλλων χρηματοδοτικών εργαλείων όπως ΣΔΙΤ, Συμβάσεις Παραχώρησης, Ομόλογα Έργων κ.ά.» αν δεν σημαίνει την περεταίρω παρασιτοποίηση των τοπικών οικονομιών και μάλιστα όταν δεν ακούγεται ούτε μια λέξη για την τοπική παραγωγή; Τι άλλο μπορεί να σημαίνει το «να διεκδικήσουμε την ανάληψη νέων ρόλων στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής και της πρόληψης της υγείας, μέσα από την αναζήτηση συνεργασιών με φορείς και τον ιδιωτικό τομέα» αν δεν σημαίνει την «συνεργασία» ιδιωτών, ΜΚΟ και κράτους (προς όφελος των ιδιωτών που βρίσκουν έτοιμες υποδομές για να κερδοσκοπούν) στον τομέα της υγείας αλλά και σε άλλους τομείς όπως τα ΕΣΠΑ ή «τους πόρους του Πράσινου Ταμείου» στο οποία και αναφέρονται σαφώς, πεδίο δόξης λαμπρόν για τους γκαουλάιτερ του κυρίου Φούχτελ;
Απ’ ότι φαίνεται μέσα από το κείμενο, κι αν προσπεράσει κανείς τον παλαιοκομματικό σαφή χαρακτήρα που εν τέλει ενδυναμώνει τη συμμετοχή του στον κομματικό μηχανισμό αποποιούμενος αυτόν, φαίνεται η εναρμόνιση με την Καλλικρατική λογική μετατροπής της χώρας σε χώρου (διασπασμένης σε Περιφέρειες) και της προσπάθειας φυγόκεντρων δυνάμεων που αυτή παράγει ως αποτέλεσμα. Χωρίς ίχνος συσχέτισης με την ευρύτερη πραγματικότητα, οι 60 δήμαρχοι 1)κρατούν τα μπόσικα απέναντι στους δημότες τους οποίους διοικούν μεταθέτοντας την ευθύνη για τα δυσάρεστα αποτελέσματα της διοίκησή τους στην κεντρική εξουσία, 2)κρατούν τα μπόσικα απέναντι στον κομματικό μηχανισμό της Νέας Δημοκρατίας στον οποίο ανήκουν αποκτώντας ένα μεγεθυμένο ρόλο μέσα σε αυτόν, και 3)κρατούν τα μπόσικα απέναντι στην προσδοκία τους να διεισδύσει ακόμα περισσότερο ο ιδιωτικός τομέας διενεργώντας για λογαριασμό του μια προσπάθεια απορρόφησης κονδυλίων σε μια περίσταση που «δεν είναι σήμερα ευχερής η αξιοποίησή τους».
Ο ανέξοδος πατριωτισμός των 60 δημάρχων και των υπολοίπων που θα συνυπογράψουν το κείμενο, σαφώς δεν δημιουργεί ούτε μια θετική ρωγμή αλλά εξοικειώνει περισσότερο με τις βασικές παρασιτικές, αντιεργατικές και αντιπαραγωγικές κατευθύνσεις του μνημονίου και του Καλλικράτη ως τοπικής του συνδήλωσης. Σε κάθε περίπτωση αποτελεί ένα στήριγμα στο καθεστώς αποικιοποίησης της χώρας και της εφαρμογής μέτρων φιλελευθεροποίησης αλλά και της ολοένα μετατροπής των δήμων σε εξαρτήματα του ξένου και ντόπιου κεφαλαίου με χρήματα που απομυζούν από τους απλούς εργαζόμενους. Κι αυτό με τη διαχρονική παθολογία του πολιτικού κατακερματισμού συμφερόντων και ιδιοτελών πόθων.

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ
Νέο Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνας- Αττικής, Νέο Ρυθμιστικό Σχέδιο Θεσσαλονίκης και άλλες διατάξεις
ΜΕΡΟΣ 1ο
Νέο Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνας- Αττικής
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ, ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΙΚΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ
Άρθρο 10
Οικιστικό Δίκτυο και Δίκτυο Πολεοδομικών Κέντρων
3. Το Οικιστικό Δίκτυο, το οποίο διαμορφώνεται στη βάση των αρχών της ισόρροπης ανάπτυξης και συμπληρωματικότητας, οργανώνεται σε τρία ιεραρχικά επίπεδα: Μητροπολιτικά Κέντρα, Διαδημοτικά Κέντρα Ευρείας Ακτινοβολίας, Δημοτικά Κέντρα.
3.2. Διαδημοτικά Κέντρα Ευρείας Ακτινοβολίας
Τα Διαδημοτικά Κέντρα Ευρείας Ακτινοβολίας αποτελούν τα δευτερεύοντα κέντρα ή συστήματα κέντρων της Χωρικής Ενότητας Λεκανοπεδίου που συγκεντρώνουν πολυδιάστατη ανάπτυξη και έχουν σημαντική εμβέλεια μέσα στη Χωρική Ενότητα στην οποία ανήκουν, αναδεικνύοντας τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της και μπορεί να περιλαμβάνουν και ορισμένες συμπληρωματικές δραστηριότητες μητροπολιτικής ακτινοβολίας. Συνιστούν δίκτυο συμπληρωματικών κέντρων πολλαπλών δραστηριοτήτων, τα οποία διατηρούν ταυτόχρονα τη λειτουργική
τους αυτοτέλεια και ετερογένεια, προωθώντας την εσωτερική συνοχή και την ισόρροπη ανάπτυξη.
Τα κέντρα αυτά κατηγοριοποιούνται με βάση πολλαπλά κριτήρια, όπως η γεωγραφική θέση στο ευρύτερο οικιστικό δίκτυο, η βέλτιστη διασύνδεση με εθνικές και διαπεριφερειακές μεταφορές, το επίπεδο παρεχομένων
υπηρεσιών διοίκησης, πρόνοιας, εκπαίδευσης, το πληθυσμιακό μέγεθος, το επίπεδο απασχόλησης, το επίπεδο κοινωνικής συνοχής, η πολυλειτουργικότητα, οι προοπτικές ανάπτυξης χρήσης κατοικίας και η προσβασιμότητα στα μέσα σταθερής τροχιάς. Τα Διαδημοτικά Κέντρα Ευρείας Ακτινοβολίας εντός Χωρικής Ενότητας Λεκανοπεδίου είναι οι Δήμοι Καλλιθέας, Γλυφάδας, Αμαρουσίου, Νέας Ιωνίας και Περιστερίου, καθώς και οι δημοτικές ενότητες Κηφισιάς, Κερατσινίου και Δραπετσώνας. Αντίστοιχα, τα Διαδημοτικά Κέντρα Ευρείας Ακτινοβολίας εκτός Χωρικής Ενότητας
Λεκανοπεδίου είναι οι Δήμοι Παλλήνης, Κρωπίας, Ραφήνας, Λαυρίου, Αχαρνών και Αιγίνης, καθώς και οι δημοτικές ενότητες Ωρωπού, Ελευσίνας, Ασπροπύργου, Μεγάρων και η δημοτική ενότητα Αγ. Στεφάνου του δήμου Διονύσου.
Για όσους δεν το αντελήφθησαν, ο Δήμος Αίγινας πρόκειται να αναβαθμισθεί σε «διαδημοτικό κέντρο ευρείας ακτινοβολίας». Τι μπορεί να σημαίνει αυτό για μια δημοτική αρχή που αδυνατεί να εξυπηρετήσει επαρκώς και στα στοιχειώδη τους δημότες και κατοίκους της; Ότι θα εξυπηρετεί από τη νέα της θέση, τους κατοίκους των γύρω περιοχών. Μην ξεχνάμε ότι ο Δήμος Αίγινας ανήκει στη «χωρική Ενότητα Νησιωτικής Αττικής, η οποία περιλαμβάνει τους Δήμους Αίγινας, Τροιζηνίας, Αγκιστρίου, Σαλαμίνας, Σπετσών, Ύδρας, Πόρου και Κυθήρων, καθώς και την κοινότητα Αντικυθήρων» σύμφωνα με την παράγραφο δ του άρθρου 8. Τι θα μπορούσε λογικά να συμβαίνει μ’ αυτήν την διευθέτηση;
-Η αναγκαστική αύξηση των υποδομών σε διοικητικές υπηρεσίες που ήδη αναχώρησαν από την Αίγινα (Εφορία) ή υποβαθμίσθηκαν (ΔΕΗ, ΟΤΕ) που θα εξυπηρετούν τους κατοίκους της «χωρικής ενότητας νησιωτικής Αττικής» ή υπηρεσιών της περιφέρειας που δεν υπάρχουν; Θα γίνει η Αίγινα η «μικρή πρωτεύουσα» του Αργοσαρωνικού;
-Θα υπάρξει αναβάθμιση της ακτοπλοΐας με κέντρο την Αίγινα σε μια περίοδο που μόνο μειώνονται τα δρομολόγια για τον «πιο κοντινό προορισμό» της Αθήνας;
-Θα υπάρξει διοικητική μέριμνα για τις εκπαιδευτικές δομές σε μια περίοδο που ετοιμάζονται απολύσεις του 15% των εκπαιδευτικών και σύμπτυξη και υποβάθμιση των σχολικών μονάδων;
-Θα υπάρξει μέριμνα για την κάλυψη δευτερογενούς φροντίδας υγείας με υποδομές γενικού νοσοκομείου, στην Αίγινα, η οποία θα καλύπτει τους κατοίκους της «χωρικής ενότητας νησιωτικής Αττικής», τη στιγμή που απειλείται η δημόσια υγεία από τα μέτρα του μνημονίου και έχουμε ένα υποβαθμισμένο σε προσωπικό και υποδομές Κέντρο Υγείας και ένα εκκλησιαστικό «νοσοκομείο» που ελαχίστως καλύπτει, και με υποσχέσεις που είναι αδύνατο να εκπληρωθούν ή αν εκπληρωθούν θα ακριβοπληρώνονται;
-Θα υπάρξει μέριμνα για αξιοποίηση της Αίγινας με νέα αγορά η οποία θα εξυπηρετεί τους κατοίκους των γύρω νησιών; Δηλαδή θα έρχονται για μεγάλες αγορές (αυτοκίνητο, ανταλλακτικά κλπ), θα δημιουργηθούν υποδομές για το χονδρεμπόριο, θα γίνει κάτι σαν διαμετακομιστικός σταθμός;
Σε γενικές γραμμές, όπως περιγράφονται και τα παραπάνω στο γενικό κείμενο για το ρυθμιστικό, μάλλον δεν θα προκύψει τίποτε από αυτά, όχι για την εξυπηρέτηση των κατοίκων των γύρω νησιών αλλά ούτε για την Αίγινα. Το ρυθμιστικό είναι «η συνισταμένη όλων αυτών των κατευθύνσεων περεταίρω υποβάθμισης της παραγωγικής δυνατότητας και επέκτασης του τριτογενούς τομέα υπηρεσιών, της ανάδειξης μιας μονομερώς τουριστικής ταυτότητας, της οικοδόμησης, αξιοποίησης προς όφελος των επιχειρηματιών και εμπορευματοποίησης των αδόμητων χώρων, της συνέχειας αντιφάσεων χωροταξίας που διαχρονικά διαπιστώνονται, της εμπέδωσης των μνημονιακών-κατοχικών επιλογών και της επέκτασης των οδηγιών της ΕΕ, σε μια συγκυρία που η γερμανική, πλέον, Ευρώπη έχει μετατρέψει τη χώρα σε αποικία χρέους». Έχει τεθεί προκειμένου να εξυπηρετήσει μια δράκα κρατικοδίαιτων παράσιτων (Μελισσανίδης, Λάτσης κλπ) που θα μπορέσουν διαμέσου αυτού να επεκταθούν στο όνομα της ανάπτυξης και των νέων θέσεων εργασίας στα κάτεργά τους. Μια προσπάθεια για παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, αποκέντρωσης και δημοκρατικού προσανατολισμού, σημαίνει την αποαποικιοποίηση της οικονομίας και της πολιτικής της. Αλλά αυτό είναι υπόθεση κινήματος κι όχι σχεδίων επί χάρτου.

————————–

Το σχέδιο νόμου «Νέο ρυθμιστικό σχέδιο Αθήνας-Αττικής, Νέο ρυθμιστικό σχέδιο Θεσσαλονίκης και άλλες διατάξεις» αποτελεί όπως αναφέρει και το ίδιο, τη συνέχεια ρύθμισης ζητημάτων που άπτονται οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών κατευθύνσεων. Μπορούμε να πούμε ότι αποτελεί μια συνολική εποπτεία, για τις δυο αυτές χωρικές ενότητες Αθήνας-Αττικής, Θεσσαλονίκης και των πέριξ αυτών χωρικές υποενότητες, που συμπτύσσει και συμπυκνώνει τις επιλογές που αφορούν στο κατοχικό μνημόνιο καθώς και σε όλες τις απόπειρες εφαρμογών από πλευράς κυβερνήσεων κυρίως μετά το 1950. Πιο συγκεκριμένα, μπορεί να ειπωθεί ότι το «ρυθμιστικό» είναι η συνισταμένη όλων αυτών των κατευθύνσεων περεταίρω υποβάθμισης της παραγωγικής δυνατότητας και επέκτασης του τριτογενούς τομέα υπηρεσιών, της ανάδειξης μιας μονομερώς τουριστικής ταυτότητας, της οικοδόμησης, αξιοποίησης προς όφελος των επιχειρηματιών και εμπορευματοποίησης των αδόμητων χώρων, της συνέχειας αντιφάσεων χωροταξίας που διαχρονικά διαπιστώνονται, της εμπέδωσης των μνημονιακών-κατοχικών επιλογών και της επέκτασης των οδηγιών της ΕΕ, σε μια συγκυρία που η γερμανική, πλέον, Ευρώπη έχει μετατρέψει τη χώρα σε αποικία χρέους.
Έτσι λοιπόν, οι νόμοι του μνημονίου και της συρρίκνωσης του κοινωνικού τομέα, της επίθεσης προς τους εργαζόμενους, της πώλησης της δημόσιας περιουσίας μέσω ΤΑΙΠΕΔ, της εκχώρησης-εκποίησης του φυσικού πλούτου της χώρας, του Καλλικράτη που μετατρέπει τη χώρα σε χώρο, βρίσκονται πίσω από τις εν πολλοίς εύηχες αλλά και αυτονόητες στοχεύσεις του «ρυθμιστικού» νομοσχεδίου, οι οποίες παρουσιάζονται από τους αποστάτες επιστήμονες, συντάκτες του. Έτσι λοιπόν σε ένα κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον όπου το σύμπλεγμα της παρασιτικής τάξης των επιχειρηματιών-πολιτικών εξαγορασμένων-δημοσιογράφων, κυριαρχεί στην ζωή της χώρας, σε μια περίσταση που το μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας βρίσκεται σε προσαρμογή και αμηχανία μπροστά στο φάσμα της διογκούμενης φτωχοκτονίας και της διάλυσης της μικροϊδιοκτησίας, το «ρυθμιστικό» έρχεται να ικανοποιήσει αυτό το σύμπλεγμα, εκπροσωπώντας όλες τις επιμερισμένες πτυχές ενός διαγράμματος, που η μια συμπληρώνει την άλλη.
Η εκ των πραγμάτων δοκιμή στην περίπτωση της Νέας Φιλαδέλφειας για την επιβεβαίωση των επιχειρηματικών σχεδίων Μελισσανίδη έρχεται να αποκαλύψει τις δυνατότητες αυτού του συμπλέγματος. Οι δυο αυτές περιοχές που συγκεντρώνουν πληθυσμιακά το μεγαλύτερο τμήμα της χώρας είναι αυτές στις οποίες κυρίως θα τεθούν σε εφαρμογή της σχέδια επέκταση της αγοράς και του κρατικού ελέγχου. Κάθε πτυχή και συνέπεια αυτής της συνολικής επίθεσης, σε κάθε χωρική ενότητα, πτυχή και συνέπεια που διαφαίνεται απλά ως μια «ρύθμιση», συμπληρώνει η μια την άλλη σε μια κοινωνικοπολιτική συγκυρία ανακατατάξεων είτε προς τη μεριά μιας χρήσιμης φασιστικής εφεδρείας ή ενός προσφάτως αναπτυσσόμενου φιλομνημονιακού κέντρου που θα παίξουν τον χρήσιμο κεντρικό ρόλο εφαρμογών μιας πολιτικής του λιγότερο κακού στις οριστικές επιλογές αποικιοποίησης της χώρας, τώρα και τμηματικές και ελεγχόμενες στις πιο ελεγχόμενες περιοχές τις χώρας. Συνεπώς οι διαχρονική παθολογία του μικροπολιτικού παλαιάς κοπής «που φτιάχνει τα γεφύρια και φέρνει τουρίστες» συναντάται με τους εκπροσώπους της μεταμοντέρνας κατοχής της χώρας που με «οικολογικές» ευαισθησίες, με «συμμετοχικές» αναφορές, με «κριτική» στα συμπτώματα των πόλεων τεράτων που δημιούργησαν οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις, με αναφορές στην κοινωνική συνοχή και ακόμα με σύγχρονο φιλελεύθερο-ελευθεριακό λόγο ρυθμίζει πλέον τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων στις σύγχρονες μητροπόλεις του εξαρτημένου «Νότου» επεκτείνοντας το καταναλωτικό, παρασιτικό και φτωχοκτονικό μοντέλο.

σχεδία στ’ ανοιχτά της Αίγινας

 

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ
Νέο Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνας- Αττικής, Νέο Ρυθμιστικό Σχέδιο Θεσσαλονίκης και άλλες διατάξεις
ΜΕΡΟΣ 1ο
Νέο Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνας- Αττικής
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ, ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΑΙ
ΧΡΟΝΙΚΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ

Άρθρο 9
Κατευθύνσεις για την Οργάνωση Χωρικών Ενοτήτων
4. Χωρική Ενότητα Νησιωτικής Αττικής
α) Προωθείται η ανάπτυξη του τουρισμού υπό το πρίσμα της δικτύωσης με την περιοχή της Αθήνας-Αττικής, προκειμένου ο νησιωτικός χώρος της Περιφέρειας να αποτελεί συνδυασμένο προορισμό διεθνούς εμβέλειας.                                                                          (Καθώς φαίνεται, δικαιώνεται ο ορισμός «νησιά της Αττικής», ως τέτοιος που να παραπέμπει σε μια σχέση εξάρτησης από τη μητρόπολη, των νησιών του Αργοσαρωνικού, ορισμός ο οποίος διαδόθηκε αυτήν την περίοδο. Ο σχεδιασμός αυτός, όσο μπορεί κανείς σαν τον πει σχεδιασμό, προβλέπει τα τελευταία χρόνια την αύξηση του τουρισμού στο κέντρο, με απόληξη τα νησιά).

β) Προκρίνεται η ήπια ανάπτυξη, ανάλογα με τα κατά τόπους συγκριτικά πλεονεκτήματα, με έμφαση στο σεβασμό της ευαισθησίας του νησιώτικου και παράκτιου τοπίου και περιβάλλοντος. Η ήπια οικιστική ανάπτυξη πρέπει να συσχετίζεται με την αναζωογόνηση των φθινόντων οικισμών και την περιορισμένη επέκταση των υπαρχόντων.
(Το «ήπια ανάπτυξη», καθιερωμένη ορολογία για την επαρχία, είναι ο ορισμός του παραλόγου όπου, με προπέτασμα καπνού το «ήπια», αναφέρεται στην επέκταση της ανάπτυξης και κυρίως αυτήν που αφορά στην οικοδόμηση. Ο συνδυασμός της με τον τουρισμό είναι ο βασικός πυρήνας οικονομίας της μεταπολεμικής περιόδου καθώς και της Αίγινας μετά το ’60. Μπορούμε λοιπόν να φανταστούμε ότι η «περιορισμένη επέκταση των υπαρχόντων (οικισμών)» αφορά στην κάλυψη κάθε αδόμητου χώρου στην πόλη της Αίγινας και στα χωριά . Η «αναζωογόνηση των φθινόντων οικισμών» αφορά βεβαίως σε οικισμούς και θέσεις στην Αίγινα που ακόμα δεν έχουν ζήτηση, στα αναφαινόμενα σχέδια της Lamda Development του ομίλου επιχειρήσεων Λάτση καθώς και άλλων οικοδομικών επιχειρήσεων που θα χτίσουν ότι υπάρχει άχτιστο στην περιφέρεια του νησιού).

γ) Προωθούνται ειδικά επιλεγμένες μορφές τουρισμού και η διασύνδεσή τους με δίκτυο πολιτισμικών και τουριστικών, χερσαίων και θαλάσσιων διαδρομών.
(Αν δεν είναι να παραδοθούν σε επιχειρήσεις και μάλιστα γερμανικές που εποφθαλμιούν αυτήν την περίοδο ή έχουν πρότυπο το τουριστικό πλοίο «Πλατυτέρα» που αποβιβάζει ιάπωνες, τότε, ίσως αποβλέπουν σε μια ολοκληρωμένη προσπάθεια συγκράτησης του τουρισμού στη μητρόπολη με απόληξη στα νησιά. Διότι τα νησιά είναι ήδη γνωστά. Επίσης, η «αναβάθμιση των ιστορικών κέντρων» που αναγράφεται σε άλλα άρθρα του νομοσχεδίου, καθιστά σαφές ότι ευνοεί και εννοεί το ίδιο τουριστικό μοντέλο συγκεκριμένων προορισμών, μακριά και πέρα από την αποκέντρωσή του)

δ) Επιδιώκεται η διατήρηση του πρωτογενούς τομέα, όπου υπάρχουν οι προϋποθέσεις ανάπτυξής του, όπως σε Αίγινα, Σαλαμίνα, Πόρο, Τροιζηνία, με επιπλέον ανάπτυξη ειδικών καλλιεργειών και δραστηριοτήτων εκμετάλλευσής τους. Επιβάλλεται, παράλληλα, η διατήρηση και αξιοποίηση των παραδοσιακών δραστηριοτήτων του δευτερογενούς τομέα, σε συνδυασμό με τις λοιπές αναπτυξιακές δραστηριότητες των νησιών.
(Τι να εννοούν άραγε με το «επιπλέον ανάπτυξη ειδικών καλλιεργειών και δραστηριοτήτων εκμετάλλευσής τους»; Στέβια, γκότζι μπέρι, ιπποφαές κλπ, δηλαδή καλλιέργειες που απαιτούν εξειδικευμένη γνώση, υπονομεύουν το καλλιεργητικό πρότυπο της χώρας και προορίζονται ως προϊόντα εξεζητημένου ενδιαφέροντος. Στόχος τους βεβαίως είναι οι εξαγωγές αυτών των ειδών και όχι βεβαίως η παραγωγή σε βασικά διατροφικά αγαθά (λάδι, στάρι, κηπευτικά, αμπέλι κλπ)

ε) Επιδιώκεται η οργάνωση των νησιών του Αργοσαρωνικού με ενίσχυση των συνδέσεων και λειτουργική μεταξύ τους συσχέτιση, η βελτίωση της θαλάσσιας σύνδεσης της Αίγινας με τη μεταφορά των πορθμειακών και θαλάσσιων εμπορευματικών συνδέσεων στο Λεόντι, καθώς και των εσωτερικών οδικών συνδέσεων του νησιού.
(Πρόκειται βέβαια για το ξεχασμένο και λογικό αίτημα για πορθμειακή σύνδεση του Πειραιά με το Λεόντι που προσκρούει βεβαίως στα συμφέροντα της παραλίας των 200 μέτρων καθώς και στην απόσταση που καθιστά τη σύνδεση από ακτοπλοϊκή σε πορθμειακή, δίνοντας τη δυνατότητα να αποκεντρωθεί το κυκλοφοριακό καθώς και άλλες λειτουργίες (ψυχαγωγία, καταλύματα κλπ) προς όφελος της περιφέρειας της Βόρειας Αίγινας και της ενδοχώρας της, π.χ. Βαθύ-Κυψέλη. Αυτονόητη είναι η ρύθμιση αυτή, από το «ρυθμιστικό», αλλά πώς, με ποιους και πότε;)

στ) Επιδιώκεται, κατά προτεραιότητα, η βελτίωση των υποδομών των δικτύων ύδρευσης, αποχέτευσης ακαθάρτων και βιολογικών καθαρισμών, δικτύων όμβριων και αντιπλημμυρικής προστασίας και η λήψη μέτρων αντιμετώπισης της υφαλμύρωσης των υδάτων και της υπεράντλησης από τις γεωτρήσεις και η οργάνωση των χώρων διάθεσης αποβλήτων και ανακύκλωσης.
(Εδώ μιλάμε για την απέραντη υποσχεσιολογία καθώς και τη λογική αντί της συγκράτησης των όμβριων, της «αντιπλημμυρικής προστασίας» λες και τα νερά της βροχής πλημμυρίζουν αν τα συγκρατείς. Όσον αφορά στις γεωτρήσεις που ανήκουν σε φρεατοϊδιοκτήτες- φίλους της εκάστοτε δημοτικής αρχής τα πράγματα ενώ είναι αυτονόητα, αυτές αποτελούν απαραίτητο τμήμα της εδώ και πάνω από 40 χρόνια «προσωρινής λύσης» για την ύδρευση. Αυτό που αποφεύγεται είναι μια ολοκληρωμένη λύση για το πρόβλημα του νερού, λύση που βεβαίως θα επιβάλουν οι πολίτες της Αίγινας στη λογική της οικολογίας, της απεξάρτησης, της αυτοδυναμίας, της σωστής χρήσης. Λύση που βεβαίως πνίγεται στις συμπληγάδες πέτρες της τωρινής κατάστασης και της υπόσχεσης για τον υποθαλάσσιο αγωγό των 32.000.000 ευρώ (+ πόσα έκτακτα προβλέπει μια μελετο-κατασκευή;).
Η «οργάνωση των χώρων διάθεσης αποβλήτων και ανακύκλωσης» δεν είναι άλλο από την ανάθεση σε ιδιώτες της διαχείρισης και της εκμετάλλευσης για μια αυτονόητη υπηρεσία. Άλλωστε έχουν υπονομευτεί έργα του παρελθόντος (π.χ. στην Αγία Μαρίνα) ή έχουν εξυφανθεί τα σχέδια, για αυτό, από το παρελθόν. Θυμόμαστε και δηλώσεις υπευθύνων εκσυγχρονιστών από τις πρόσφατες διοικήσεις του Δήμου Αίγινας, π.χ. ότι «οι υπηρεσίες του Δήμου πρέπει να ιδιωτικοποιηθούν» κλπ. (Ακούτε κύριε Φούχτελ;)

ζ) Εκδίδεται προεδρικό διάταγμα μετά από πρόταση των Υπουργών Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Ναυτιλίας και Αιγαίου και του εκάστοτε συναρμόδιου υπουργού που εξειδικεύει τις ρυθμίσεις του
παρόντος για τα νησιά των Κυθήρων και Αντικυθήρων.
(Μίλησε ο πρόεδρος. Μετά η σιωπή!)

η) Οργανώνονται οι μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας, με την εξειδίκευση των κατευθύνσεων του τομεακού Ειδικού Πλαισίου.
(Δικαιώνονται πλέον οι επιδιώξεις για την εγκατάσταση ιχθυοκαλλιέργειας στη Λιγέα Αίγινας και πιθανόν άλλες από το ρυθμιστικό το οποίο επιβεβαιώνει τις αποφάσεις (Κοινή Υπουργική Απόφαση) για το χωροταξικό υδατοκαλλιεργειών του Νοέμβρη του 2011. Η Αίγινα θα έχει να αντιμετωπίσει όλες αυτές τις συνέπειες που αντιμετωπίζουν περιοχές σε όλη την Ελλάδα. Η αντίφαση αυτή για ένα τουριστικό νησί κάθε άλλο επηρεάζει τις αποφάσεις τους, που εμπορευματοποιούν κάθε δυνατότητα στις παραλίες των χωρικών ενοτήτων τους. Η νέα θαλάσσια χωροταξία της ΕΕ όλα αυτά τα προβλέπει με την υποχρεωτική προσαρμογή της Ελλάδας μέχρι το 2016).

για το νέο «ρυθμιστικό νομοσχέδιο» γενικώς

Το σχέδιο νόμου «Νέο ρυθμιστικό σχέδιο Αθήνας-Αττικής, Νέο ρυθμιστικό σχέδιο Θεσσαλονίκης και άλλες διατάξεις» αποτελεί όπως αναφέρει και το ίδιο, τη συνέχεια ρύθμισης ζητημάτων που άπτονται οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών κατευθύνσεων. Μπορούμε να πούμε ότι αποτελεί μια συνολική εποπτεία, για τις δυο αυτές χωρικές ενότητες Αθήνας-Αττικής, Θεσσαλονίκης και των πέριξ αυτών χωρικές υποενότητες, που συμπτύσσει και συμπυκνώνει τις επιλογές που αφορούν στο κατοχικό μνημόνιο καθώς και σε όλες τις απόπειρες εφαρμογών από πλευράς κυβερνήσεων κυρίως μετά το 1950. Πιο συγκεκριμένα, μπορεί να ειπωθεί ότι το «ρυθμιστικό» είναι η συνισταμένη όλων αυτών των κατευθύνσεων περεταίρω υποβάθμισης της παραγωγικής δυνατότητας και επέκτασης του τριτογενούς τομέα υπηρεσιών, της ανάδειξης μιας μονομερώς τουριστικής ταυτότητας, της οικοδόμησης, αξιοποίησης προς όφελος των επιχειρηματιών και εμπορευματοποίησης των αδόμητων χώρων, της συνέχειας αντιφάσεων χωροταξίας που διαχρονικά διαπιστώνονται, της εμπέδωσης των μνημονιακών-κατοχικών επιλογών και της επέκτασης των οδηγιών της ΕΕ, σε μια συγκυρία που η γερμανική, πλέον, Ευρώπη έχει μετατρέψει τη χώρα σε αποικία χρέους.
Έτσι λοιπόν, οι νόμοι του μνημονίου και της συρρίκνωσης του κοινωνικού τομέα, της επίθεσης προς τους εργαζόμενους, της πώλησης της δημόσιας περιουσίας μέσω ΤΑΙΠΕΔ, της εκχώρησης-εκποίησης του φυσικού πλούτου της χώρας, του Καλλικράτη που μετατρέπει τη χώρα σε χώρο, βρίσκονται πίσω από τις εν πολλοίς εύηχες αλλά και αυτονόητες στοχεύσεις του «ρυθμιστικού» νομοσχεδίου, οι οποίες παρουσιάζονται από τους αποστάτες επιστήμονες, συντάκτες του. Έτσι λοιπόν σε ένα κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον όπου το σύμπλεγμα της παρασιτικής τάξης των επιχειρηματιών-πολιτικών εξαγορασμένων-δημοσιογράφων, κυριαρχεί στην ζωή της χώρας, σε μια περίσταση που το μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας βρίσκεται σε προσαρμογή και αμηχανία μπροστά στο φάσμα της διογκούμενης φτωχοκτονίας και της διάλυσης της μικροϊδιοκτησίας, το «ρυθμιστικό» έρχεται να ικανοποιήσει αυτό το σύμπλεγμα, εκπροσωπώντας όλες τις επιμερισμένες πτυχές ενός διαγράμματος, που η μια συμπληρώνει την άλλη.
Η εκ των πραγμάτων δοκιμή στην περίπτωση της Νέας Φιλαδέλφειας για την επιβεβαίωση των επιχειρηματικών σχεδίων Μελισσανίδη έρχεται να αποκαλύψει τις δυνατότητες αυτού του συμπλέγματος. Οι δυο αυτές περιοχές που συγκεντρώνουν πληθυσμιακά το μεγαλύτερο τμήμα της χώρας είναι αυτές στις οποίες κυρίως θα τεθούν σε εφαρμογή της σχέδια επέκταση της αγοράς και του κρατικού ελέγχου. Κάθε πτυχή και συνέπεια αυτής της συνολικής επίθεσης, σε κάθε χωρική ενότητα, πτυχή και συνέπεια που διαφαίνεται απλά ως μια «ρύθμιση», συμπληρώνει η μια την άλλη σε μια κοινωνικοπολιτική συγκυρία ανακατατάξεων είτε προς τη μεριά μιας χρήσιμης φασιστικής εφεδρείας ή ενός προσφάτως αναπτυσσόμενου φιλομνημονιακού κέντρου που θα παίξουν τον χρήσιμο κεντρικό ρόλο εφαρμογών μιας πολιτικής του λιγότερο κακού στις οριστικές επιλογές αποικιοποίησης της χώρας, τώρα και τμηματικές και ελεγχόμενες στις πιο ελεγχόμενες περιοχές τις χώρας. Συνεπώς οι διαχρονική παθολογία του μικροπολιτικού παλαιάς κοπής «που φτιάχνει τα γεφύρια και φέρνει τουρίστες» συναντάται με τους εκπροσώπους της μεταμοντέρνας κατοχής της χώρας που με «οικολογικές» ευαισθησίες, με «συμμετοχικές» αναφορές, με «κριτική» στα συμπτώματα των πόλεων τεράτων που δημιούργησαν οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις, με αναφορές στην κοινωνική συνοχή και ακόμα με σύγχρονο φιλελεύθερο-ελευθεριακό λόγο, ρυθμίζει πλέον τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων στις σύγχρονες μητροπόλεις του εξαρτημένου «Νότου» επεκτείνοντας το καταναλωτικό, παρασιτικό και φτωχοκτονικό μοντέλο.

Το σχέδιο νόμου «Νέο ρυθμιστικό σχέδιο Αθήνας-Αττικής, Νέο ρυθμιστικό σχέδιο Θεσσαλονίκης και άλλες διατάξεις» αποτελεί όπως αναφέρει και το ίδιο, τη συνέχεια ρύθμισης ζητημάτων που άπτονται οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών κατευθύνσεων. Μπορούμε να πούμε ότι αποτελεί μια συνολική εποπτεία, για τις δυο αυτές χωρικές ενότητες Αθήνας-Αττικής, Θεσσαλονίκης και των πέριξ αυτών χωρικές υποενότητες, που συμπτύσσει και συμπυκνώνει τις επιλογές που αφορούν στο κατοχικό μνημόνιο καθώς και σε όλες τις απόπειρες εφαρμογών από πλευράς κυβερνήσεων κυρίως μετά το 1950. Πιο συγκεκριμένα, μπορεί να ειπωθεί ότι το «ρυθμιστικό» είναι η συνισταμένη όλων αυτών των κατευθύνσεων περεταίρω υποβάθμισης της παραγωγικής δυνατότητας και επέκτασης του τριτογενούς τομέα υπηρεσιών, της ανάδειξης μιας μονομερώς τουριστικής ταυτότητας, της οικοδόμησης, αξιοποίησης προς όφελος των επιχειρηματιών και εμπορευματοποίησης των αδόμητων χώρων, της συνέχειας αντιφάσεων χωροταξίας που διαχρονικά διαπιστώνονται, της εμπέδωσης των μνημονιακών-κατοχικών επιλογών και της επέκτασης των οδηγιών της ΕΕ, σε μια συγκυρία που η γερμανική, πλέον, Ευρώπη έχει μετατρέψει τη χώρα σε αποικία χρέους.
Έτσι λοιπόν, οι νόμοι του μνημονίου και της συρρίκνωσης του κοινωνικού τομέα, της επίθεσης προς τους εργαζόμενους, της πώλησης της δημόσιας περιουσίας μέσω ΤΑΙΠΕΔ, της εκχώρησης-εκποίησης του φυσικού πλούτου της χώρας, του Καλλικράτη που μετατρέπει τη χώρα σε χώρο, βρίσκονται πίσω από τις εν πολλοίς εύηχες αλλά και αυτονόητες στοχεύσεις του «ρυθμιστικού» νομοσχεδίου, οι οποίες παρουσιάζονται από τους αποστάτες επιστήμονες, συντάκτες του. Έτσι λοιπόν σε ένα κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον όπου το σύμπλεγμα της παρασιτικής τάξης των επιχειρηματιών-πολιτικών εξαγορασμένων-δημοσιογράφων, κυριαρχεί στην ζωή της χώρας, σε μια περίσταση που το μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας βρίσκεται σε προσαρμογή και αμηχανία μπροστά στο φάσμα της διογκούμενης φτωχοκτονίας και της διάλυσης της μικροϊδιοκτησίας, το «ρυθμιστικό» έρχεται να ικανοποιήσει αυτό το σύμπλεγμα, εκπροσωπώντας όλες τις επιμερισμένες πτυχές ενός διαγράμματος, που η μια συμπληρώνει την άλλη.
Η εκ των πραγμάτων δοκιμή στην περίπτωση της Νέας Φιλαδέλφειας για την επιβεβαίωση των επιχειρηματικών σχεδίων Μελισσανίδη έρχεται να αποκαλύψει τις δυνατότητες αυτού του συμπλέγματος. Οι δυο αυτές περιοχές που συγκεντρώνουν πληθυσμιακά το μεγαλύτερο τμήμα της χώρας είναι αυτές στις οποίες κυρίως θα τεθούν σε εφαρμογή της σχέδια επέκταση της αγοράς και του κρατικού ελέγχου. Κάθε πτυχή και συνέπεια αυτής της συνολικής επίθεσης, σε κάθε χωρική ενότητα, πτυχή και συνέπεια που διαφαίνεται απλά ως μια «ρύθμιση», συμπληρώνει η μια την άλλη σε μια κοινωνικοπολιτική συγκυρία ανακατατάξεων είτε προς τη μεριά μιας χρήσιμης φασιστικής εφεδρείας ή ενός προσφάτως αναπτυσσόμενου φιλομνημονιακού κέντρου που θα παίξουν τον χρήσιμο κεντρικό ρόλο εφαρμογών μιας πολιτικής του λιγότερο κακού στις οριστικές επιλογές αποικιοποίησης της χώρας, τώρα και τμηματικές και ελεγχόμενες στις πιο ελεγχόμενες περιοχές τις χώρας. Συνεπώς οι διαχρονική παθολογία του μικροπολιτικού παλαιάς κοπής «που φτιάχνει τα γεφύρια και φέρνει τουρίστες» συναντάται με τους εκπροσώπους της μεταμοντέρνας κατοχής της χώρας που με «οικολογικές» ευαισθησίες, με «συμμετοχικές» αναφορές, με «κριτική» στα συμπτώματα των πόλεων τεράτων που δημιούργησαν οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις, με αναφορές στην κοινωνική συνοχή και ακόμα με σύγχρονο φιλελεύθερο-ελευθεριακό λόγο ρυθμίζει πλέον τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων στις σύγχρονες μητροπόλεις του εξαρτημένου «Νότου» επεκτείνοντας το καταναλωτικό, παρασιτικό και φτωχοκτονικό μοντέλο.
ΥΓ: Προσεχώς θα επιδιωχθεί μια ανάλυση σε συνέχειες που θα αφορά στην περίπτωση του Δήμου Αίγινας που κατατάσσεται με το άρθρο 8, για τη «χωροταξική οργάνωση», στη χωρική ενότητα νησιωτικής Αττικής μαζί με τις δημοτικές αρχές Τροιζηνίας, Αγκιστρίου, Σαλαμίνας, Σπετσών, Ύδρας, Πόρου και Κυθήρων ενώ σύμφωνα με το άρθρο 10 για το «Οικιστικό Δίκτυο και Δίκτυο Πολεοδομικών Κέντρων» μετατρέπεται σε «διαδημοτικό κέντρο ευρείας ακτινοβολίας» αποκτώντας «και ορισμένες «συμπληρωματικές δραστηριότητες μητροπολιτικής ακτινοβολίας». Μεγάλες δόξες δηλαδή! Από τώρα ακονίζει τις μασέλες του για την Αιγινόπιτα το σύμπλεγμα παρασιτικής επιχειρηματικής κάστας-δημοσιογράφων και τοπικών πολιτικών μεγιστάνων μας!

Όψεις γερμανικής επικυριαρχίας στην τοπική αυτοδιοίκηση

1germania2

* Ομιλία του Κώστα Σαμάντη στην εκδήλωση με τίτλο «Αντίσταση στη νέα Κατοχή» που πραγματοποιήθηκε στις 2 Οκτωβρίου στην αίθουσα του Άρδην, Ξενοφώντος 4. Δημοσιεύθηκε στο Άρδην τ. 94

αναδημοσίευση από το Γερμανία stop

Στις 5 Μαρτίου του 2010, η καγκελάριος της Γερμανίας Άνγκελα Μέρκελ υπογράφει συμφωνία με τον τότε πρωθυπουργό, Γ. Παπανδρέου, περί εντατικοποίησης των φιλικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών. Σε εφαρμογή αυτής της συμφωνίας, περνούσαν κάτω από άμεση γερμανική εποπτεία 12 ελληνικοί δήμοι (Αθήνας, Θεσσαλονίκης, Λάρισας, Καλλιθέας, Βέροιας, Κοζάνης, Καρδίτσας, Ρόδου, Αμφιλοχίας, Παιωνίων, Πλαστήρα και Νεάπολης), δυο αιρετές περιφέρειες (Δυτικής Ελλάδας και Δυτικής Μακεδονίας) και μια αποκεντρωμένη διοίκηση (Διοίκηση Αττικής). Ένα μέρος της συμφωνίας αφορά στην ενεργοποίηση της αδελφοποίησης των γερμανικών πόλεων με τις ελληνικές, καθώς και την ανταλλαγή εμπειριών και τεχνογνωσίας. Όσο ψευδεπίγραφος ήταν ο τίτλος της συμφωνίας που υπεγράφη, άλλο τόσο αποπροσανατολιστική ήταν η περιγραφή του περιεχομένου.
Όσον αφορά στην τοπική αυτοδιοίκηση, αποκλειστικός και μόνος σκοπός ήταν η πλήρης οργανωτική αναδιάρθρωση των δήμων, μέσω μείωσης κατά εν τρίτο του προσωπικού που απασχολούν, η εκχώρηση σε ιδιώτες μιας σειράς λειτουργιών και αρμοδιοτήτων, καθώς και η «συνδιαχείριση», μέσω του ΕΣΠΑ, σημαντικών όσο και κερδοφόρων τομέων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης.
Για τον λόγο αυτό εγκαταστάθηκε στη χώρα μας, μετά τον σοσιαλδημοκράτη Χορστ Ράιχενμπαχ της Τασκ Φορς, ο χριστιανοδημοκράτης Χανς Γιόαχιμ Φούχτελ, ώστε το κυβερνών κόμμα της Γερμανίας να έχει τον δικό του έμπιστο κομματικό άνθρωπο. Μάλιστα, ο Χανς Φούχτελ διατηρεί μια διπλή ταυτότητα: Πληρεξούσιος υπουργός της γερμανικής καγκελαρίας και υφυπουργός Εργασίας της Γερμανίας! Ο ορισμός της πολιτικής επιτροπείας σε απευθείας επαφή με τη γερμανική κυβέρνηση. Για όσους σκεφτούν ότι αυτό συνιστά μια πρωτόγνωρη κατοχή στο πεδίο της τοπικής αυτοδιοίκησης, θα θέλαμε να θυμίσουμε το εξής:
Ένα από τα πρώτα πράγματα τα οποία αποφάσισαν να ελέγξουν οι γερμανικές αρχές κατοχής στην Αθήνα τον Απρίλιο του 1941 ήταν η δημόσια διοίκηση και ιδιαίτερα η τοπική αυτοδιοίκηση. Όσοι δήμαρχοι και κοινοτάρχες –διορισμένοι από το δικτάτορα Μεταξά– δέχτηκαν τη συνεργασία με τις αρχές κατοχής, παρέμειναν στο πόστο τους. Όσοι, ελάχιστοι, παραιτήθηκαν, αντικαταστάθηκαν από υπάλληλους τους οποίους διόρισαν οι Γερμανοί. Έτσι, οι επίσημες αρχές της τοπικής αυτοδιοίκησης ελέγχονταν άμεσα, με σκοπό την εξυπηρέτηση των αναγκών του κατακτητή. Η εξυπηρέτηση αυτή περιελάμβανε την εξασφάλιση, σε συνεργασία με τις γερμανικές οικονομικές υπηρεσίες, αγροτικών προϊόντων, πρώτων υλών, ημικατεργασμένων βιομηχανικών προϊόντων, μεταφορικών μέσων και εξαρτημάτων ή μηχανών που έβγαζε τότε η Ελλάδα, είτε με επίταξη, είτε με εξαγορά με κατοχικό πληθωριστικό χρήμα.
Ο Χέρμαν Νοϊμπάχερ, ο ανάλογος Φούχτελ της Κατοχής, εφάρμοσε αποτελεσματικά τη διαδικασία «Ντεγκρίγκες». Σύμφωνα με αυτή τη διαδικασία, από τη μια πλευρά οι τιμές των προϊόντων που εισάγονταν στην Ελλάδα από τη Γερμανία μεθοδικά ανέβαιναν, ενώ από την άλλη οι τιμές των εμπορευμάτων που εξάγονταν από την Ελλάδα (αγροτικά προϊόντα και πρώτες ύλες σε σημαντικό βαθμό) σταδιακά μειώνονταν. Έτσι στις αρχές του 1943 είχε δημιουργηθεί ένα ενεργητικό υπέρ των Γερμανών στο διακρατικό ισοζύγιο εισαγωγών-εξαγωγών.
Ο δικός μας Χανς Φούχτελ έχει ελαφρώς διαφοροποιημένο ρόλο. Στο στόχο του, μέσω του ελέγχου των ΟΤΑ, έχουν μπει η διαχείριση των οικιακών απορριμμάτων, η αξιοποίηση (εκποίηση) της ακίνητης περιουσίας των δήμων, η συνεργασία σε τουριστικό επίπεδο (βλέπε ιαματικές  πηγές, παραλίες), κοινωνικά αγαθά που σκοπεύουν να δώσουν σε χέρια ιδιωτών (βλέπε νερό, ρεύμα κ.λπ.), ακόμη και ο ορυκτός πλούτος της χώρας μέσω του ελέγχου των περιφερειών όπου βρίσκονται οι σταθμοί παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
Ένα σαθρό επιχείρημα, το οποίο μετέρχονται οι πρόθυμοι για την συνεργασία (βλέπε υποταγή) με τον επίτροπο της γερμανικής κυβέρνησης είναι η κακή οικονομική κατάσταση των ΟΤΑ και ο υπερβολικός δανεισμός τους. Αξίζει να αναφέρουμε ένα απόσπασμα του γνωστού δημοσιογράφου Τάσου Τέλλογλου, από άρθρο του για τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων στους ΟΤΑ κατά του Φούχτελ, στο Protagon 3/11/12  «Όταν χρωστάς πουλάς και όταν έχεις ανάγκη κάθε ευρώ για να ξεχρεώσεις, πουλάς όσο όσο. Έτσι ήταν και έτσι θα παραμείνει». Όμως:
Η πραγματικότητα λέει ότι οι ελληνικοί ΟΤΑ ήταν το 2011 οι λιγότερο χρεωμένοι σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό προκύπτει από τα στοιχεία που απέστειλε ο επίτροπος των οικονομικών Όλι Ρεν στον Έλληνα ευρωβουλευτή Νίκο Χουντή, απαντώντας σε σχετική ερώτηση το Νοέμβριο του 2012. Σύμφωνα με τον πίνακα που ανακοίνωσε ο Ρεν τα υψηλότερα ποσοστά χρέους των ΟΤΑ επί του ΑΕΠ το 2011 παρουσιάζουν η Ιταλία και οι Κάτω Χώρες με ποσοστό 8,6%. Ακολουθούν η Γαλλία με χρέος 8,4%, η Δανία με 7,3%, η Σουηδία με 7%. Οι χώρες με το μικρότερο χρέος της τοπικής αυτοδιοίκησης μεταξύ των 27 είναι η Ελλάδα με ποσοστά 0,9% του ΑΕΠ και η Μάλτα με χρέος 0,1%. Και όλα αυτά παρά τη ραγδαία μείωση του ΑΕΠ από το 2009 και μετά.
Προς τι όμως η σπουδή; Την απάντηση ίσως δίνει η κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι γερμανικοί ΟΤΑ. Σε άρθρο της το Νοέμβριο του 2011 η γερμανική Τάγκεσπίγκελ του Βερολίνου, με τον ειρωνικό τίτλο «Γίναμε Ελλάδα», παρουσιάζει την υπερχρέωση πολλών οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης στη Γερμανία. Γράφει: «Στους περισσότερους δήμους η κατάσταση είναι οικτρή, μάλιστα ο ένας στους τρεις δήμους δεν μπορεί πλέον να εξυπηρετήσει τα χρέη του. Η  «Αθήνα»  βρίσκεται παντού σε κάθε (γερμανική) περιφέρεια».
Οι περισσότεροι δήμοι (αλλά και κρατίδια) είναι στο χείλος της χρεοκοπίας. Μπορούν να ακολουθήσουν δύο δρόμους: Ο ένας είναι η χρηματοδότηση από την κεντρική ομοσπονδιακή κυβέρνηση, πράγμα το οποίο σημαίνει αύξηση του δημόσιου χρέους και ελλείμματος και κατά συνέπεια τον κίνδυνο υποβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας της Γερμανίας, ο άλλος είναι η δανειοδότηση από τις τράπεζες μέσω της νέας ρύθμισης των δανείων που έχουν από αυτές. Σε αυτή την περίπτωση οι εμπράγματες εγγυήσεις, π.χ. ακίνητη περιουσία, είναι ήδη εξαντλημένες. Έχουν ήδη υποθηκεύσει τα πάντα, μέχρι και τα φορολογικά έσοδα  της επόμενης δεκαετίας. Με αυτό ως δεδομένο, χρειάζονται νέα περιουσιακά στοιχεία, είτε δικά τους είτε τη διαχείριση άλλων, και εδώ ακριβώς μπαίνει η εκμετάλλευση των περιφερειών και των δήμων της Ελλάδας.
Το σενάριο αυτό έχει ξαναπαιχτεί. Αρκεί να θυμηθούμε το τι ακριβώς υπέστη η Ανατολική Γερμανία όταν ενοποιήθηκε με τη Δυτική. Η ισότιμη συνεργασία και ο αμοιβαίος σεβασμός προς τους αδελφούς Ανατολικογερμανούς είχε ως αποτέλεσμα τη συστηματική αποδιοργάνωση της οικονομικής παραγωγής του ανατολικού πλέον τμήματος της Γερμανίας, την αφαίμαξη κάθε πλουτοπαραγωγικού στοιχείου της και τη ραγδαία φτωχοποίηση των κατοίκων της. Με ένα μεγάλο ποσοστό ανεργίας, συντριπτικά μεγαλύτερο από αυτό της Δυτικής, και με αμοιβές στο μεγαλύτερο μέρος τους κάτω των 400 ευρώ (7,4 εκατομμύρια εργαζομένων αναφέρουν οι γερμανικές στατιστικές για το 2010).

 

Πόσο εύκολο όμως είναι να περάσει μια τέτοια συνεργασία;

 

Η συντριπτική πλειοψηφία των εκλεγμένων αιρετών ανήκει είτε στη Ν. Δημοκρατία είτε στο ΠΑΣΟΚ, κατ’ εξοχήν κόμματα μνημονιακά, οπότε λογικό είναι οι τοπικοί άρχοντες αυτών των κομμάτων να υιοθετούν την εφαρμογή αυτής της πολιτικής. Σε συνάντηση που είχε ο Γερμανός επίτροπος Φούχτελ με τον γερμανοτραφή, τότε, υπ. Εσωτερικών Ευρυπίδη Στυλιανίδη στις 5/9/2012, είχε ανακοινώσει ότι ήδη οι μισοί δήμοι έχουν ξεκινήσει επαφές για την ένταξη στο πρόγραμμα. Μπορούμε εύκολα να συμπεράνουμε ότι σήμερα, ένα χρόνο μετά, η συμμετοχή θα έχει αυξηθεί κατά πολύ. Ανάμεσά τους οι μεγαλύτεροι δήμοι της χώρας (Αθηναίων, Θεσσαλονίκης, Πάτρας), δήμοι με ιδιαίτερο οικονομικό ενδιαφέρον, λόγω υποδοχής παραγωγικών ή εμπορικών δραστηριοτήτων, όπως είναι οι δήμοι Περιστερίου, Κηφισιάς, Αμαρουσίου, αλλά και δήμοι με ιδιαίτερη εθνική σημασία, όπως είναι οι δήμοι Αλεξανδρούπολης, Ορεστιάδας, Σουλίου. Το ψηφιδωτό έρχεται να συμπληρώσει η συντριπτική πλειοψηφία των περιφερειών, με προεξάρχουσες τις περιφέρειες Κεντρικής Μακεδονίας (Απόστολος Τζιτζικώστας), Δυτικής Μακεδονίας (Γιώργος Δακής) και Πελοποννήσου (Πέτρος Τατούλης).
Έτσι, τους τελευταίους μήνες γινόμαστε μάρτυρες πλήθους συναντήσεων, συνεργασιών, διημερίδων και εκθέσεων με θέμα την «ελληνογερμανική συνεργασία», στις οποίες, από πλευράς Ελλάδος, συμμετέχουν οι πρόθυμοι της τοπικής αυτοδιοίκησης και από πλευράς Γερμανίας οι αντίστοιχοι αιρετοί, με τις αντιπροσωπείες τους να συμπληρώνονται από ιδιώτες εκπροσώπους επιχειρήσεων και παραγωγικών φορέων.
Θυμόμαστε όλοι το 3ο συνέδριο «Ελληνογερμανικής Συνεργασίας» που διεξήχθη πέρυσι στα πλαίσια της ΔΕΘ, και όχι μόνο για τη σφοδρή αντίδραση των εργαζομένων κατά του προσώπου του Χανς Φούχτελ και τις καταγγελίες της ΠΟΕ-ΟΤΑ για τη «χρυσή συμφωνία κυβέρνησης και ορισμένων δημάρχων για την εκχώρηση της αποκομιδής του σκουπιδιών σε ιδιώτες». Τότε ο Γερμανός τοπάρχης ανακάλυψε «μελέτες και έρευνες που έδειξαν ότι, για εργασίες όσον αφορά την τοπική αυτοδιοίκηση, απαιτούνται 3.000 εργαζόμενοι στην Ελλάδα, ενώ στη Γερμανία η δουλειά διεκπεραιώνεται με 1.000 άτομα. Θα πρέπει να δοθούν απαντήσεις και να φανούν τρόποι πώς θα μειωθούν ο αριθμός τους», προαναγγέλλοντας με τον τρόπο αυτό την επιβολή μαζικών απολύσεων στους δήμους. Ξεχνά όμως ότι οι δήμοι της ελληνικής τοπικής αυτοδιοίκησης απασχολούν μεγάλο αριθμό εργαζομένων στην καθαριότητα, στο πράσινο, στα τεχνικά συνεργεία, στις κοινωνικές υποδομές, αναλαμβάνοντας με αυτό τον τρόπο την ευθύνη για κοινωνικές δραστηριότητες που τους αναλογεί, σε αντίθεση με τους γερμανικούς ΟΤΑ, όπου πλείστες όσες των υπηρεσιών αυτών έχουν εκχωρηθεί σε ιδιώτες. Όχι ότι οι δήμοι της χώρας μας δεν χρειάζονται μια πιο λειτουργική και εκσυγχρονισμένη αναδιοργάνωση ή δεν παρουσιάζουν προβλήματα διαφάνειας. Εξακολουθούν όμως, παρά τα καταστροφικά αποτελέσματα της εφαρμογής δύο αποδομητικών διοικητικών μεταρρυθμίσεων (βλέπε Καποδίστριας και Καλλικράτης), να παραμένουν οι εγγύτεροι στον πολίτη θεσμοί δημοκρατίας και κατεξοχήν, εν δυνάμει πάντα, τομείς άσκησης κοινωνικής πολιτικής στις τοπικές κοινωνίες.

 

Ποια πεδία όμως έχουν μπει στο στόχαστρο των γερμανικών οικονομικών κύκλων;

 

Κατ’ αρχάς και κατ’ εξοχήν ο τομέας της διαχείρισης των απορριμμάτων. Την αρχή έκανε η κυβέρνηση, η οποία ανακοίνωσε την πρόθεσή της για την επιβολή κεφαλικού φόρου για τα μη επεξεργασμένα οικιακά απορρίμματα που οδηγούνται στους ΧΥΤΑ,  υιοθετώντας κοινοτικές οδηγίες. Ουσιαστικά πιέζουν τους δήμους για το διπλασιασμό των δημοτικών τελών για την υγειονομική ταφή των απορριμμάτων. Προετοιμάζουν με αυτό τον τρόπο την κοινωνία ώστε, μέσα από την αύξηση του κόστους των σκουπιδιών ανά οικογένεια, να περάσουν στο επόμενο στάδιο, που είναι η εκχώρηση της διαχείρισής τους σε κάποιους «εθνικούς εργολάβους», σε συνεργασία με εταιρείες του εξωτερικού ή ακόμη και σε αυτές απευθείας. Εξ ου και η ανησυχία του Γερμανού εντεταλμένου για το θέμα των απορριμμάτων.
Τα δύο προηγούμενα χρόνια γίναμε όλοι  μάρτυρες του βομβαρδισμού ενημέρωσης σχετικά με τις σύγχρονες τεχνολογίες καύσης απορριμμάτων που αναπτύσσουν γερμανικές εταιρείες. Εργοστάσια «φιλικά» προς το περιβάλλον, τα οποία έχουν τη δυνατότητα να εγκατασταθούν ακόμη και στο κέντρο της πρωτεύουσας, σύμφωνα με το υποτιθέμενο πρότυπο της Βιέννης. Έφτασαν μάλιστα σε σημείο να στοχεύσουν τόσο στην έκταση της ΠΥΡΚΑΛ στον Υμηττό, όσο και στο πάλαι ποτέ υποτιθέμενο Μητροπολιτικό Πάρκο του Ελληνικού. Ο τομέας της διαχείρισης των απορριμμάτων είναι το σημαντικότερο διακύβευμα το επόμενο χρονικό διάστημα για τους ΟΤΑ και δεν πρέπει να ξεχνάμε ούτε την περίπτωση της Κερατέας από τη μια πλευρά ούτε την  περίπτωση της Νάπολης από την άλλη όπου η μαφία της Ιταλίας διεκδικεί ολοένα και μεγαλύτερο μερίδιο στη διαχείριση των απορριμμάτων.
Άλλος σημαντικός τομέας είναι ο τομέας του τουρισμού. Αρκετοί δήμοι διαχειρίζονται υπό την ευθύνη τους τόσο αξιόλογες εγκαταστάσεις όπως είναι οι ιαματικές πηγές, όσο και μεγάλα τμήματα του αιγιαλού της χώρας. Οι επιδιώξεις όμως των Γερμανών επικυρίαρχων δεν σταματούν στις βλέψεις που έχουν για την ιδιωτική εκμετάλλευση των τουριστικών υποδομών της χώρας. Προχωρούν ένα βήμα παραπέρα. Σε συνάντηση που έγινε το Μάρτιο του 2013 με την υπουργό Τουρισμού Όλγα Κεφαλογιάννη, στην οποία παραβρισκόταν, φευ!, ως επίτιμος πρέσβης της Μέρκελ ο Ότο Ρεχάγκελ, ανακοινώθηκε η συνεργασία στον τομέα της τουριστικής εκπαίδευσης. Στις δηλώσεις του ο επίτροπος και υφυπουργός Εργασίας, μην το ξεχνάμε, της Γερμανίας, Φούχτελ, στάθηκε στο θέμα της επαγγελματικής εκπαίδευσης ή δυαδικής εκπαίδευσης, όπως χαρακτηριστικά ονομάζεται, και υπογράμμισε ότι ο μαθητευόμενος ταυτόχρονα εργάζεται, απολαμβάνει «κάποιες» αποδοχές, ενώ ταυτόχρονα αφουγκράζεται τις τάσεις αγοράς εργασίας και μπορεί ταυτόχρονα να εργαστεί και στο εξωτερικό». Το πρόγραμμα αυτό βασίζεται κυρίως στη στήριξη από ιδιωτικές επιχειρήσεις, το οποίο λειτουργεί παράλληλα με το υπουργείο Τουρισμού.
Το σενάριο το έχουμε ξαναζήσει. Τα τελευταία τέσσερα πέντε χρόνια υπάρχει  μια αυξανόμενη μείωση των εργαζομένων στον τουριστικό τομέα. Ολοένα και περισσότερο εισάγονται «εκπαιδευόμενοι» από τρίτες χώρες, κυρίως την Πολωνία, και έναντι πινακίου φακής υποτίθεται ότι κάνουν το εκπαιδευτικό τους, ουσιαστικά όμως υποκαθιστούν τους Έλληνες εργαζόμενους σε αυτές τις επιχειρήσεις και αποδομούν με έμμεσο ή άμεσο τρόπο τις συλλογικές συμβάσεις, τις απολαβές και όσα άλλα εργασιακά δικαιώματα, π.χ. ωράριο εργασίας, πλαισιώνουν τον τομέα αυτό. Η επιδίωξη είναι σαφέστατη. Οι μαθητευόμενοι της τουριστικής εκπαίδευσης στη χώρα μας προορίζονται ως «Πολωνοί» για τη Γερμανία.

 

Άλλος τομέας είναι εκείνος των ορυκτών.

 

Τον Ιούνιο του 2012 πραγματοποιήθηκε συνάντηση του εντολοδόχου του Αντώνη Σαμαρά, Γιώργου Δακή (περιφερειάρχης Δυτικής Μακεδονίας), με τον Φούχτελ, συνοδεία για άλλη μια φορά επιχειρηματιών γερμανικών και ελληνογερμανικών συμφερόντων. Σκοπός της συνάντησης η προώθηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέσω του Φούχτελ του αιτήματος χρηματοδότησης της κατασκευής του νέου λιγνιτοηλεκτρικού σταθμού Πτολεμαΐδας. Με δεδομένο το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα της ΝΔ για πώληση της ΔΕΗ και των εργοστασίων της, η συνάντηση χαρακτηρίζεται ως η μετεκλογική εκτέλεση μιας συμφωνίας που έχει ήδη αναγγελθεί. Ακόμη χειρότερα, ο περιφερειάρχης ζήτησε «παρεμβάσεις προς την κατεύθυνση της μη εφαρμογής της εξίσωσης των τιμών πετρελαίου θέρμανσης και κίνησης για τη Δυτική Μακεδονία, που αντιμετωπίζει μεγάλο πρόβλημα λόγω των χαμηλών θερμοκρασιών»! Κι εδώ ακριβώς προκύπτει το πολιτικό πρόβλημα. Ο Δακής απευθύνει αιτήματα όχι στην ελληνική κυβέρνηση, αλλά σε ένα Γερμανό αξιωματούχο(!) ο οποίος ουδεμία σχέση έχει με το υπουργείο Οικονομικών, Ανάπτυξης ή Υγείας της ελληνικής κυβέρνησης. Βρισκόμαστε ήδη υπό γερμανική κατοχή και δεν το γνωρίζουμε;
Στο ίδιο κλίμα, θερμό κατά τα άλλα, η συνάντηση του Πέτρου Τατούλη, περιφερειάρχη Πελοποννήσου, με τον Φούχτελ για θέματα ανάπτυξης και συνεργασίας για την εφαρμογή ενός στρατηγικού σχεδιασμού της περιφέρειας Πελοποννήσου. Η απάντηση του Φούχτελ αποκαλυπτική. «Έχετε διάθεση, ενέργεια, προετοιμασία και ολοκληρωμένο σχέδιο, κι εμείς βρισκόμαστε εδώ για να βοηθήσουμε». Και σε αυτή τη συνάντηση, η απουσία εκπροσώπου της ελληνικής κυβέρνησης ήταν κραυγαλέα. Δυστυχώς, αυτή η δυνατότητα της αδιαμεσολάβητης δυνατότητας συνεργασίας κάθε τοπικού αιρετού με εξωεθνικά κέντρα κατοχυρώνεται από τη διοικητική μεταρρύθμιση του Ραγκούση, την και «Καλλικράτης» επονομαζόμενη. Περιττό να αναφέρουμε ότι το ίδιο ακριβώς πλαίσιο χαρακτηρίζει κάθε συνάντηση αιρετών περιφερειαρχών και δημάρχων με τα αιτήματα των τελευταίων, εν είδει «σπαρακτικής έκκλησης», να απευθύνονται απευθείας στο Γερμανό επιτελάρχη, με τα δημοτικά συμβούλια να παίζουν το ρόλο του κομπάρσου. Η διαχείριση των προβλημάτων της τοπικής αυτοδιοίκησης ολοένα και περισσότερο εκχωρούνται στον Φούχτελ.
Τον τελευταίο καιρό ολοένα και περισσότεροι δήμοι και περιφέρειες εκλιπαρούν ουσιαστικά την αδελφοποίηση των οργανισμών τους με αντίστοιχους της Γερμανίας. Ήδη, λίγο μετά την εγκατάστασή του το 2011 ως γκαουλάιτερ στην Ελλάδα, ο Φούχτελ είχε εκφράσει τα παράπονά του ότι μόνο τριάντα ελληνικές πόλεις έχουν αδελφοποιηθεί με γερμανικές, όταν ο αντίστοιχος αριθμός των γαλλικών πόλεων είναι 2000. Δυστυχώς, δεν χρειάζεται να ανησυχεί. Ήδη ο Μπουτάρης  αδελφοποίησε πέρυσι το Νοέμβριο τη Θεσσαλονίκη με την Κολωνία ενώ ο Πέτρος Τατούλης τον παρακάλεσε να μεσολαβήσει για εξεύρεση εταίρου στη Δημοκρατία της Βόρειας Ρηνανίας – Βεστφαλίας, κρατίδιο στο οποίο εκλέγεται ο Φούχτελ.
Η τοπική αυτοδιοίκηση είναι ένας θησαυρός. Όχι όμως όπως είπε ο Φούχτελ: «Η τοπική αυτοδιοίκηση είναι ένας θησαυρός που πρέπει να εκμεταλλευτούμε, γιατί μέχρι τώρα το καθεστώς των ΟΤΑ και της Ευρώπης ήταν μόνο για θέματα χρηματοδοτήσεων». Για εμάς, η τοπική αυτοδιοίκηση είναι ένας θησαυρός, γιατί είναι ένας τόπος εφαρμογής συμμετοχικών και αμεσοδημοκρατικών θεσμών, είναι ο κοντινότερος θεσμός δημοκρατίας προς τον πολίτη, είναι, εν τέλει, ένα πεδίο άσκησης της πραγματικής δημοκρατίας.
Αρμόζει να διεκδικήσουμε μέσα στη δίνη της κρίσης την ανάκτηση της διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, οφείλουμε να διεκδικήσουμε την οργανωτική και λειτουργική ανασυγκρότησή τους, ώστε να λειτουργήσουν ως ένα δίκτυο προστασίας της κοινωνίας και της δημοκρατίας, στους χαλεπούς καιρούς που διάγουμε.

 

Σημειώσεις

 

 1. Για περισσότερα: Ιστοσελίδα των γερμανικών αποστολών στην Ελλάδα / http://www.griechenland.diplo.de/Vertretung/griechenland/el/03/Bilaterale__Beziehung/Deutsch__Griechisches__Partnerschaftsprogramm.html

 

2.  Η Ντεγκρίγκες είχε αναλάβει το εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο της Ελλάδας. Με βάση συμφωνίες που έκανε με τις κατοχικές ελληνικές κυβερνήσεις καρπωνόταν τη διαφορά της τιμής ενός προϊόντος ανάμεσα στον τόπο παραγωγής του και στον τόπο κατανάλωσής του (εφ. ΕΜΠΡΟΣ, 18ης και 21ης Μαρτίου 1945 ).

3.  Για λεπτομέρειες: «Η λεηλασία της Ελλάδας από τους Γερμανούς κατά την περίοδο της Κατοχής» http://chronontoulapo.wordpress.com/2013/05/02.

αναδημοσίευση από την «Άλλη Αίγινα»

Επενδύσεις στην Αίγινα (με κεφαλαίο L και F)

 

Αφιερωμένο σ’ όποιον δεν καταλαβαίνει, δεν ξέρει πού πατά και πού πηγαίνει

του Γιώργου Κυριακού

Τι σημαίνει αποικία;

α)Επενδύσεις με κεφαλαίο Λάμδα (Lamda) στην Αίγινα (ή τι σχέση έχει η Αίγινα με το Ελληνικό)

Εδώ και κάποια χρόνια ο όμιλος επιχειρήσεων Λάτση Lamda Development«μέσω της κατά 100% θυγατρικής της εταιρείας ΓΕΑΚΑΤ, κατέχει οικόπεδο 116 στρεμμάτων στην περιοχή Πέρδικα της Αίγινας. Οι επιτρεπόμενες χρήσεις γης επιτρέπουν 22.000 τ.μ. της οικιστικής ανάπτυξης».

Ως γνωστόν, ήδη, έχει ξεκινήσει μέσα στο περιβάλλον φτωχοκτονίας  μια απέραντη φιλολογία για «επενδύσεις και ανάπτυξη» και διαμέσου των οικοδομικών μεγάλων έργων. Αυτές, σύμφωνα με την οργανωμένη προπαγάνδα θα μπορέσουν να συμμετέχουν στη διάσωση της χώρας δημιουργώντας θέσεις εργασίας και διευρύνοντας τον κύκλο της αγοράς. Σύμφωνα με τοπικό υποστηρικτή της επένδυσης, το έργο αυτό των 37.000.000 ευρώ «θα δημιουργήσει δεκάδες εάν όχι εκατοντάδες θέσεις εργασίας». Ο ίδιος με στόμφο διατείνεται ότι επενδύσεις τέτοιου βεληνεκούς «θα καταστήσουν την Ελληνική αγορά παραθεριστικής κατοικίας το πιο δυναμικό είδος ανάπτυξης ακίνητης περιουσίας τόσο για την εγχώρια όσο και την ξένη χρηματαγορά». Με τέτοιου είδους φτωχά  κόπι πέιστ που εντοπίζει κανείς χύμα στο διαδίκτυο, ντόπιοι παράγοντες και επίδοξα -ίσως- στελέχη επενδύσεων, προετοιμάζουν με τους τοπικούς μηχανισμούς προπαγάνδας, απαραίτητους σε τοπικό επίπεδο, το έδαφος για τις «αλκυονίδες μέρες στην οικονομική βαρυχειμωνιά που ζούμε». Σίγουρα και οι μελοδραματικές αντιγραφές εκθέσεων επιπέδου Α΄ Γυμνασίου, πιάνουν τόπο.

Κι ο ίδιος με ψηλά τον «πήχη»αλλού, αναφέρεται εκτενέστερα στο έργο αυτό του ομίλου με κεφαλαίο Lamda: «Είναι 170 πολυτελείς κατοικίες ένα μαγαζί 45 τετραγωνικά και ένα περίπτερο που θα συνοδευτούν από μικρό βιολογικό, δεξαμενή 1500 κυβικών (την στιγμή που η Πέρδικα έχει δεξαμενή 900 κυβικών) και όλα τα οικήματα θα είναι βιοκλιματικά!  Γνωρίζω ότι ο σκοπός του κάθε ιδιώτη είναι το κέρδος αλλά το νησί έχει ανάγκη αυτή την επένδυση»!

Ο ίδιος πάλι ερμηνεύοντας κάποιες πιθανές ενστάσεις για τις εργασιακές γαλέρες που έχουν στηθεί στο όνομα της ανάπτυξης αλλά και για το παράλογο αυτής της επένδυσης λέει χαρακτηριστικά στη συνέντευξή του, ως υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος του συνδυασμού των μεγάλων έργων, Θάτσερ-«Κίνηση Ευθύνης»:«Έχω ακούσει πολλές απόψεις για το συγκεκριμένο θέμα, απόψεις που φτάνουν στα όρια του παραλόγου, όπως ότι εκεί θα δουλέψουν δούλοι που θα μένουν σε παραγκούπολη, ή ότι εκεί θα γίνουν μαγαζιά και πολλά άλλα! Ζούμε στην Ευρωπαϊκή ΈνωσηΣίγουρα δεν πρέπει και δεν θα ανεχτούμε στον βωμό της κερδοσκοπίας των εργολάβων να αναπτυχθούν τέτοια φαινόμενα. Από την άλλη πλευρά η συγκεκριμένη επένδυση θα δώσει εργασία κατά την διάρκεια της υλοποίησης αλλά και ύστερα, όταν αυτά τα σπίτια κατοικηθούν… Εύκολα θα αντιπαραθέσει κάποιος ότι στην Αίγινα υπάρχουν 400 αδιάθετα σπίτια τι να κάνουμε άλλα 170; Η απάντηση είναι απλή. Θεωρώ δεδομένο ότι αυτοί που κάνουν την επένδυση δεν θέλουν να χάσουν τα χρήματα τους, το πρώτο που θα εξασφαλίσουν είναι να πουληθούν πριν ακόμα ξεκινήσουν οι εργασίες». Ζούμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σαφώς δεν έχει ακούσει, ούτε για τις αλλαγές στις συλλογικές συμβάσεις, ούτε και για τα κάτεργα του ιδιωτικού τομέα (πάρε τόσα κι αν δε θέλεις φύγε). Αδιαφορώντας ακόμα και για τους ντόπιους συμπατριώτες του, ιδιοκτήτες των 400 αδιάθετων σπι
τιών (που δεν είναι άμοιροι ευθυνών για τη δική τους-μας κατάντια) απαντάει λιτά ότι το εξασφαλισμένο κέρδος των Λάμδα είναι πάνω από όλα. Εξάλλου θα δώσει«δεκάδες εάν όχι εκατοντάδες θέσεις εργασίας».

Πόσες και πώς;

Ακόμα κι αν δεν επιλέξει ο όμιλος Λάμδα τη στρατηγική να εισαγάγει τη δική του αγορά εργασίας και προϊόντων, όπως έχει συμβεί στις «πολιτισμένες χώρες» που αναφέρεται ο ντόπιος διαφημιστής των Λάμδα, κάτω από ποιες συνθήκες θα εργαστούν ή θα «συν»εργαστούν ντόπιοι; Και ποιοι; Και πόσοι; Το «δεκάδες ως εκατοντάδες» είναι μια απατηλή υπόσχεση αλλά και μια τακτική που ταυτίζεται με μια άλλη επένδυση που αφορά στην ίδια την περιοχή της Πέρδικας: την εγκατάσταση υδατοκαλλιέργειας. Η εμπειρία έχει δείξει ότι πάντοτε είναι τόσοι, ώστε να προκαλέσουν ένα σοβαρό διχασμό μέσα στις τοπικές κοινωνίες για να μπορεί να προχωράει και να κερδίζει η επένδυση. Η εμπειρία έχει επίσης δείξει ότι αμείβεται το κατάστρωμα με ψίχουλα και με υποσχέσεις ντόπιων παραγόντων για περεταίρω απασχόληση. Η εμπειρία έχει δείξει ότι στρατολογούν συνήθως κάποια στελέχη από την τοπική κοινωνία για να μπορούν, αυτά, να στηρίζουν προπαγανδιστικά την επένδυση στην περιοχή. Η εμπειρία έχει δείξει ότι καταπατούν κάθε έννοια νόμου με την ανοχή και τη συνενοχή των δημοτικών αρχών. Όπως ακριβώς και με τις υδατοκαλλιέργειες που ο ίδιος δεν επιθυμεί (για τους ίδιους λόγους που επιθυμεί την επένδυση Λάτση) στην περιοχή.

Από την άλλη οι 170 «βιοκλιματικές» (τσ, τσ! οικολογικές ευαισθησίες) κατοικίες σημαίνει χτίσιμο και επέμβαση στο ήδη κακοποιημένο περιβάλλον (με υλικά και τρόπους μιας άλλης τεχνογνωσίας και τεχνολογίας-αυτό για όσους νομίζουν ότι θα εργαστούν), σημαίνει κατανάλωση νερού με τα πρότυπα της δύσης, σημαίνει βοθρολύματα με τα πρότυπα της δύσης, σημαίνει απορρίμματα με τα πρότυπα της δύσης. Όλα αυτά εκμηδενίζονται με τη μαγική φράση «δένουν με το περιβάλλον». Και βέβαια κάθε ένσταση αφορά στον «εγωισμό» και στη «μικροκακία». Και το πιο τραγικό ακόμα είναι ότι αν κάποιος άλλος μίλησε ενάντια σε αυτήν την επένδυση προτείνει αντί αυτής, ένα πεντάστερο ξενοδοχείο.

Ας είναι καλά ο ιστοχώρος ο οποίος παίρνει συνέντευξη από τον διαφημιστή των Λάμδα, που ενώ λέει άλλα, αλλού, του εύχεται «καλή επιτυχία !!!!!!!! (με 8 θαυμαστικά-ένα για κάθε επένδυση). Μια χαρά τα λέει η τοπική δεξιά αντίληψη:«δεκάδες εάν όχι εκατοντάδες θέσεις εργασίας». Η σχέση της τοπικής μας αριστεράς με το ίδρυμα Λάτση δεν είναι παρά για μια μόνο θέση, κι αυτήν του μούτσου, στο πλοίο «Νεράιδα».

β)Επενδύσεις με κεφαλαίο Φι (Fouchtel) στην Αίγινα (ή τι σχέση μπορεί να έχει ο Φούχτελ με το Σάκη τον Τάκη, τον Φίλιππο και το Μήτσο)

Ακόμα δεν ξεκίνησαν αλλά λένε ότι θα ξεκινήσουν. Ο δήμαρχός μας Σάκης Σακκιώτης, προχώρησε πέρα από την Ελληνογερμανική Συνέλευση δημάρχωνκαι ανέλαβε τη διαφήμιση του γερμανικού παράγοντα. Έτσι, σύμφωνα με το δελτίο τύπου 9/5/2014, που είναι ένα ακόμα χρήσιμο κόπι πέιστ, συμμετείχε σε ημερίδα οργανωμένη από την πρεσβεία της Γερμανίας, με θέμα: «ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ μία αναπτυσσόμενη αγορά». Εκεί παρουσιάστηκε όπως αναφέρει και το δελτίο τύπου του συνεργάτη της γερμανικής κατοχής «το νέο εγχείρημα «Via Egnatia” που κέρδισε ήδη τις εντυπώσεις στην εφετινή Διεθνή Τουριστική Έκθεση ITV του Βερολίνου, project ενταγμένο στην ενότητα «Δημιουργία Δικτύων για ανάπτυξη Τουριστικών Προορισμών»… Στην ενότητα «Ανάπτυξη Τουριστικών Προορισμών μέσω μεγάλων επενδύσεων» παρουσιάστηκε το μοντέλο του Kosta Navarino».

Για να δούμε, τι σημαίνουν όλα αυτά;

Η Εγνατία Οδός δεν είναι παρά ένα «εγχείρημα» καταστροφής του περιβάλλοντος, δημιουργίας νέων περιφράξεων και συνόρων μέσω της εισπρακτικής πολιτικής των διοδίων, καταστρατήγηση κάθε έννοιας εργασιακών δικαιωμάτων και υπονόμευσης κάθε άλλης παραγωγικής δραστηριότητας. Ο τουρισμός uber alles! Σε συνθήκες δουλείας, όπως άλλωστε αυτές διαφημίστηκαν στο νησί μας.

Η άλλη περίπτωση που παρουσιάστηκε είναι η «επιτυχής» επένδυση του περίφημου καπετάν Βασίλη, την οποία οι Πυλαίοι είχαν περί πολλού (πριν τα «επιτυχή» της αποτελέσματα). Ας αφήσουμε όμως την ίδια την Κίνηση Πολιτών Μεσσηνίας «ΚΙΝΩ» με κείμενο που χρονολογείται από το 2005, να αφηγηθεί το ιστορικό«Η Περιοχή Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης (Π.Ο.Τ.Α.) Μεσσηνίας, συνίσταται από τρία τμήματα εκτάσεως 1.450 τα οποία χωροθετούνται στο Νομό Μεσσηνίας και στις περιοχές των Δήμων Γαργαλιάνων, Νέστορος, Πύλου και Πεταλιδίου. Στις περιοχές αυτές εντάσσεται ο μοναδικός ιστορικός, φυσικός και οικολογικός χώρος που περιλαμβάνει τον όρμο του Ναυρίνου, αρχαιολογικούς χώρους (κλασσικούς και προϊστορικούς), το μοναδικό βιότοπο της Λιμνοθάλασσας, περιοχές εξαιρετικής ομορφιάς και γης υψηλής παραγωγικότητας, αλλά και περιοχές προστασίας ενταγμένες στο δίκτυο NATURA (GR 225004). Το κάθε τμήμα Π.Ο.Τ.Α., με τον εισαγωγικό νόμο που τις θεσπίζει και τις περιγράφει άρθρο 29 του Ν.2545/97), περιλαμβάνει ένα σύνολο τουριστικών εγκαταστάσεων , εγκαταστάσεων ειδικής τουριστικής υποδομής και συμπληρωματικές εγκαταστάσεις αναψυχής, άθλησης και διάθεσης ελευθέρου χρόνου.

Την υλοποίηση των σχεδίων κατασκευής και εκμετάλλευσης περιοχών Π.Ο.Τ.Α. αναλαμβάνει η εταιρία ΤΕΜΕS A.E., συμφερόντων της εφοπλιστικής οικογένειας Βασιλείου Κωνσταντακόπουλου. Η εν λόγω οικογένεια κάνει από την δεκαετία του ’80 την παρουσία της στην περιοχή αποκτώντας γη στο μεν τμήμα «Ρωμανός» από την οικογένεια Κοκκέβη (αρχική έκταση 800στρ.), στο δε τμήμα Πύλου από τις υπό εκκαθάριση εταιρίες Καραγιώργη (γνωστού για σχέδια για κατασκευή ναυπηγείων και βαριάς βιομηχανίας) εκτάσεως περίπου 1.200 στρ. Η συγκέντρωση της γης δεν γίνεται εξαρχής με σκοπό την τουριστική αξιοποίηση αλλά ως η συνήθης εναλλακτική τοποθέτηση – επένδυση του εφοπλιστικού κεφαλαίου.

Το θεσμικό πλαίσιο ολοκληρώνεται με κοινές υπουργικές αποφάσεις (1998) και η ενδιαφερόμενη εταιρία αρχίζει εντατικά να αγοράζει γη και να κινείται για τις πρώτες εγκρίσεις. Παρουσιάζεται και το επενδυτικό σχέδιο το οποίο στην πρώτη του φάση περιλαμβάνει 2.400 κλίνες, στα τμήματα Ρωμανού και Πύλου, γήπεδα γκολφ, συνεδριακό κέντρο, θαλασσοθεραπείας κλπ. Παρά τις αρνητικές εισηγήσεις των εφοριών αρχαιοτήτων (Κλασσικών, Βυζαντινών, Εναλίων, Νεοτέρων Μνημείων) και παρά την επιφυλακτική έως αρνητική στάση του συνόλου του Αθηναϊκού Τύπου (π.χ. ο «Ριζοσπάστης» γράφει για «Ξενοδοχείο η Ελλάς», ο «Αδέσμευτος Τύπος» (του Μήτση) ότι «θάβουν τις αρχαιότητες», «η Καθημερινή» ότι «κτίζεται ο Όρμος του Ναυρίνου» κλπ.) το ΚΑΣ αποφασίζει θετικά για την επένδυση. Παράλληλα το έργο εντάσσεται στο Β’ ΚΠΣ με 50 δις και ανακοινώνεται ότι ξεκινά το 2000 και θα είναι αποπερατωμένο το 2002 (!!!).

Το 2001 με την ΚΥΑ 24069/3817/19-10-2001 (ΦΕΚ 887/22-10-01) χαρακτηρίζονται οι περιοχές της ΠΟΤΑ και οριοθετούνται ενώ εγκρίνονται οι χρήσεις γης και όροι εκμετάλλευσης και τίθενται οι περιορισμοί και οι όροι προστασίας του περιβάλλοντος. Με την ΚΥΑ ορίζεται ως μέγιστος αριθμό κλινών οι 3.500 στο τμήμα Ρωμανού και 1.200 στο τμήμα της Πύλου και η ανέγερση κτιρίων για ειδικές χρήσεις 17.500 τ.μ. και 40.000 τ.μ. αντίστοιχα., ενώ θέτει και ως προθεσμία τα δύο (2) έτη για την απόκτηση της γης που λείπει για να προβεί στην πλήρη αδειοδότηση της υλοποίησης. Σύμφωνα δε με την ενημερωτική έκθεση που συνέταξε το 1999 η ΤΕΜΕS A.E. ο συνολικά δομημένος χώρος για το τμήμα Ρωμανός θα ανέρχεται σε 148.000 τ.μ. ενώ για το τμήμα Πύλου 103.000 τ.μ.

Το Β’ ΚΠΣ τελείωσε χωρίς να έχει αρχίσει το έργο και για τούτο έχει πλέον ενταχθεί στο Γ’ ΚΠΣ (ΥΠΑΝ – ΕΠΑΝ-Μ5.2) με το ποσό των 60 δις. Παρά δε την διαρκώς τροποποιούμενη νομοθεσία (ισχύει μόνο για την ΠΟΤΑ Μεσσηνίας και δεν ισχύουν οι γενικοί νόμοι!!!!!) και τις διαρκείς παρατάσεις (ήδη δόθηκε η τρίτη!!!!) το έργο δεν έχει εξασφαλίσει ούτε την έγκριση των περιβαλλοντικών όρων ενώ έχει προκαλέσει πολλές φορές τον έλεγχο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΜΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Το επενδυτικό σχέδιο απευθύνεται μεν σε ένα μοναδικό τόπο, όμως ο τόπος αυτός βρίσκεται σε διαρκή υποβάθμιση του τοπικού παραγωγικού συστήματος (κρίση αγροτικού συστήματος, ανύπαρκτη οριζόντια διασύνδεση με μεταποίηση, ισχνή τουριστική ανάπτυξη, χαμηλή αξιοποίηση ιστορικών και οικολογικών πόρων, τεράστιες ελλείψεις σε κοινωνική και τεχνική υποδομή κλπ.). Το αναπτυξιακό έλλειμμα η θεσμική εξουσία και η εκπροσώπησή της επιχείρησε να το καλύψει με την ομόφωνη και άνευ όρων στήριξη στην ΠΟΤΑ. Έτσι το σύνολο των κοινοβουλευτικών κομμάτων, το νομαρχιακό συμβούλιο Μεσσηνίας ομόφωνα (εκτός από τους εκπροσώπους των παρατάξεων της αριστεράς που κρατούν τελευταία μια πιο κριτική στάση σε θέματα περιβαλλοντικής αδειοδότησης έργων εκμετάλλευσης ποταμών), το σύνολο των τοπικών Μ.Μ.Ε. διαγωνίζονται ποιος θα παράσχει την μεγαλύτερη στήριξη και πως θα κατασταλούν οι όποιες κριτικές φωνές ή τα άπειρα πλέον ερωτήματα των πολιτών.

ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΦΩΝΟΥΝ ΟΛΟΙ;;;

Παρά την σχεδόν ισοπεδωτική – ολοκληρωτική νοοτροπία των κρατούντων, κάποιοι ανησυχούν, στέκονται κριτικά, θέτουν ερωτήματα και ελέγχουν. Από τους πρώτους που στάθηκαν κριτικά και άρχισαν να ασκούν έλεγχο σε όσα σωτηριολογικά εξαγγέλλονταν είναι η Κίνηση Πολιτών «ΚΙΝΩ» με έδρα την Πύλο, η οποία μάλιστα εκδίδει διμηνιαίο έντυπο (υπό έκδοση το φύλλο υπ’αρ.21).

Τα μέλη της ΚΙΝΩ, πολίτες από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους, διαφορετικού μορφωτικού επιπέδου και επαγγελματικής δραστηριότητας από την πρώτη στιγμή παρακολούθησαν την υπόθεση, έφεραν στο προσκήνιο τις απίστευτες παλινωδίες τόσο της επενδύτριας εταιρίας όσο και της κεντρικής ή τοπικής εξουσίας αλλά και έλεγξαν και την στάση των Μ.Μ.Ε. (συχνά αντιδεοντολική στάση υμνολογίας). Προκειμένου να πείσει και να πειστεί η ΚΙΝΩ, διοργάνωσε στις 31.3.02 ημερίδα σταθμό (από οργανωτική άποψη, από συμμετοχή του κόσμου, το διάλογο και τα επιχειρήματα που αναπτύχτηκαν) με την συμμετοχή επιστημόνων κύρους και καθηγητών πανεπιστημίων (Ευθ.Παπαδημητρίου, Λ.Παπακωνσταντινίδης, Π.Σαμπατακάκης, Λ.Τηνιακός, Κ.Χατζιμιχάλης) με την βοήθεια των οποίων ελέγχθηκαν μια σειρά από ερωτήματα και παράμετροι για τις επιπτώσεις της επένδυσης στην περιοχή. Πάνω από όλα όμως έδειξε η ΚΙΝΩ με το μοναδικό ανοιχτό και δημοκρατικό διάλογο (παρεβρέθηκε και ο επενδυτής και έλαβε το λόγο, όπως και πολιτικοί εκπρόσωποι της περιοχής) έδειξε τον υπεύθυνο τρόπο προσέγγισης τέτοιων σοβαρών θεμάτων.

Την τεράστια επιτυχία της ημερίδας επιχείρησε να καλύψει η ημερίδα που διοργάνωσε το ΙΝΕ ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ με θέμα «Εργαζόμενοι και Τουρισμός» που έγινε στους Γαργαλιάνους στις 15.4.02 με μοναδικό σκοπό να ξανα-προβληθούν οι θέσεις των επενδυτών, όμως και εκεί η ΚΙΝΩ με την παρέμβαση των εκπροσώπων της έθεσε ερωτήματα και άσκησε έντονη κριτική.

Το ίδιο έγινε και στην ημερίδα που διοργάνωσε ο Δήμος Γαργαλιάνων στις 20.11.2004 με την συμμετοχή των επενδυτών και μεγάλου αριθμού επιστημόνων και μελετητών. Στην ημερίδα αυτή, με καθοριστική την παρέμβαση της ΚΙΝΩ αλλά και πολιτών, αποκαλύφτηκε η έλλειψη επιχειρημάτων και η μη δέσμευση για κανένα κρίσιμο θέμα. Έτσι κλονίστηκε η «τυφλή» και άνευ όρων αποδοχή από τους κατοίκους αλλά και κάποιους εκπροσώπους.

Η δράση της ΚΙΝΩ δεν έχει αφήσει ασυγκίνητους σοβαρούς αναλυτές, πανεπιστημιακούς και μάχιμους ριζοσπάστες οικολόγους, έτσι για την δράση της ΚΙΝΩ και την ΠΟΤΑ έχουν ασχοληθεί αναλυτές όπως ο Γ.Βότσης, ο Γ.Σχίζας, ο Β.Παπακριβόπουλος αλλά και εφημερίδες όπως η Καθημερινή, η Ελευθεροτυπία, η ΑΥΓΗ, η ΕΠΟΧΗ και το περ.ΟΙΚΟΤΟΠΙΑ.

Η ΚΙΝΩ έχει θέσει ερωτήματα για την αναπτυξιακή, οικολογική και κοινωνική σκοπιμότητα της επένδυσης. Έχει: 1. αντιταχτεί στα γήπεδα γκολφ (έγινε από ευρωβουλευτή των πρασίνων επερώτηση στην Ευρωβουλή, ενώ υπάρχει συντονισμός με το κίνημα των anti – golfers), 2. για την άσκηση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για την απόκτηση γης για την κατασκευή τους, 3. για την καταστροφή του περιβάλλοντος και την βίαιη αλλαγή χρήσης γης, 4. για την κατασπατάληση του σπάνιου υδατικού πόρου και για την αφειδώς και χωρίς κανέναν έλεγχο παραχώρηση επέμβασης σε δύο ποτάμια, 5. για την σκανδαλώδη ρύθμιση του χώρου που αντί για πολεοδόμηση επιτρέπει (με νόμο!!) την σύσταση οριζόντιων και κάθετων ιδιοκτησιών, 6. για την απαλλαγή από φορολογία για κάθε μεταβίβαση ή αγορά, 7. για την μείωση του ποσοστού παραχώρησης για την εξασφάλιση ενός στοιχειώδους δικτύου κοινοχρήστων χώρων (από 212 στρ. με νόμο μειώνεται η έκταση στα 50), 8. για την μη οριοθέτηση των ρεμάτων και των ποταμών, 9. για την υποβάθμιση του ζητήματος της NATURA και για πολλά άλλα επιμέρους.

ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ;;;

Όλα δείχνουν το τελευταίο διάστημα και ειδικά μετά την «ανάληψη των πρωτοβουλιών» εκ μέρους του κ.Αβραμόπουλου, ο οποίος βάλθηκε να αναπτύξει όλη την Ελλάδα, ότι τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει τα φαραωνικά σχέδια της ΠΟΤΑ Μεσσηνίας. Το θράσος και η ασυδοσία έχουν φτάσει σε βαθμό να έχει κατασκευάσει δύο λιμνοδεξαμενές με υδροληψία από χείμαρρο και ποταμό αντίστοιχα χωρίς καν να έχει καταθέσει την τελική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων στο ΥΠΕΧΩΔΕ και επομένως χωρίς καμμία έγκριση του κύριου έργου. Επίσης προχωρά σε αναγκαστικές απαλλοτριώσεις για να αποκτήσει την αναγκαία γη για την κατασκευή των γηπέδων γκολφ, παρά την προσφυγή των θιγομένων με τρεις προσφυγές στο Σ.τ.Ε. και τις σχετικές αιτήσεις αναστολής εκτέλεσης της ΚΥΑ για τις απαλλοτριώσεις. Τέλος χωρίς καμμία έγκριση και νομιμότητα εκριζώνουν χιλιάδες ελαιόδενδρα και δασώδεις εκτάσεις ενώ προβαίνουν σε μεγάλης κλίμακας χωματουργικές εργασίες χωρίς να ευαισθητοποιείται κανείς, παρά τις επώνυμες καταγγελίες σε δασαρχείο, πολεοδομία, αστυνομία, ΥΠΕΧΩΔΕ και Επιθεωρητές Περιβάλλοντος».

Αυτή ήταν η περίφημη Φλώριντα της Μεσογείου που παρουσιάστηκε στο σεμινάριο τουριστικής πολιτικής από πλευράς γερμανών γκαουλάιτερ. Αυτά είναι και τα πρότυπα των συνεργατών τους, γνωστών και μη εξαιρετέων.

 

Αίγινα 16-5-2014

Αφιερωμένο στον ανεκτίμητο φίλο ΣΜ

Το παρόν κείμενο γράφτηκε τον Οκτώβρη του περασμένου χρόνου. Οι προσθήκες όπως και οι ελλείψεις είναι ελάχιστες και αφορούν μικρής σημασίας γεγονότα που είτε προέκυψαν μετά και δεν μπορούσαν να συμπεριληφθούν, είτε είχε υποβαθμισθεί η σημασία τους.

Σε γενικές γραμμές, ένα απολογιστικό κείμενο όπως το παρακάτω, βασίζεται στα σημαντικά γεγονότα όπως αυτά εμφανώς αποκτούν διαστάσεις μέσα στην κοινωνία των πολιτών και όπως αυτά καταγράφονται κατά το δυνατόν με ακρίβεια από τους επαγγελματίες της ενημέρωσης. Κατά συνέπεια αστάθμητοι παράγοντες, απρόβλεπτες καταστάσεις και γενικά αυτό που χαρακτηρίζεται «ανθρώπινο» έχει -δυστυχώς- περιορισμένο χώρο. Ποιες είναι οι συνήθεις αλλά όχι προσπελάσιμες αιτίες αυτής της αδυναμίας: α) Είναι πολύ δύσκολο να καταγραφτεί το μη μετρήσιμο ανθρώπινο στοιχείο β) Η σύνοψη μιας εικόνας κοινωνικής που αφορά μάλιστα μια ολόκληρη χρονική περίοδο στα όρια μιας τετραετίας αδυνατεί να αφηγηθεί χιλιάδες προσωπικές αλλά σημαντικές στάσεις που χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο. γ) Η σύγχρονη συγκυρία που ευνοεί τη διάσπαση του κοινωνικού υποκειμένου κάνει την ανάλυση ολοένα και πιο αδύναμη, ανασφαλή και επιρρεπή σε σχήματα που ολοένα και αποδυναμώνονται εν όψει διαρκών κατακερματισμών. Εξάλλου: Πώς θα ήταν δυνατόν ας πούμε να καταγραφεί σε μια τέτοια ανάλυση, το τι υπερασπίζονται κοινωνικές ομάδες που είναι συνήθως και εκ των πραγμάτων εκτός πολιτικής σκηνής (παιδιά, γέροι, γυναίκες, κλπ); Πώς μπορούν να καταγραφούν και με ποιο τρόπο οι πραγματικές και αγαθές προθέσεις ανθρώπων που εμπλέκονται με τη διοίκηση του Δήμου ή επιθυμούν να εμπλακούν; Πώς θα μπορούσε να χωρέσει η διάθεση ενός παπά μέσα σε μια ανάλυση συνολικά για την τοπική εκκλησία; Των πιστών; Πώς θα μπορούσαν να συντεθούν στον κοινωνικό καμβά οι καθημερινές προσπάθειες ανθρώπων να ορθοποδήσουν αξιοπρεπώς; Πώς θα μπορούσε να καταγραφεί η «επανάσταση της ελιάς» όπως και η στροφή πολλών στον πρωτογενή τομέα; Πώς θα μπορούσε να αποδοθεί μέσα σε ένα κανονιστικό πλαίσιο η δυναμική της υπάρχουσας αλληλεγγύης μέσα στην κοινωνία; Η νεολαία με την ιδιαίτερη θέση της στην ανεργία και στην πολιτισμική παρακμή; Η οικογένεια που συνεχίζουν τα γηραιά μέλη της να τη στηρίζουν; Οι επιθυμίες των νέων ανθρώπων; Πώς;

Έτσι με τεράστια περιθώρια λάθους, αντίστοιχα με τον περιορισμένο χώρο που δίνεται για τον ανθρώπινο παράγοντα στην ολότητά του, ο παρακάτω απολογισμός επιδιώκει με μια όσο το δυνατόν συνθετική ματιά να καλύψει περιληπτικά μια ολόκληρη τετραετία σε ένα νησί. Αν είναι δυνατόν!

ΓΚ (ευχαριστίες προς τον ΝΠ και ΧΡ για τις καλοπροαίρετες επισημάνσεις τους)

Οκτώβρης 2013 (με λίγες προσθήκες τον Μάρτιο του 2014)

Η συγκυρία στην Αίγινα μπορεί να προσεγγιστεί με όρους πολιτικούς-κοινωνικούς-οικονομικούς, εκτιμώντας τα γεγονότα που έχουν συμβεί την τελευταία τετραετία στο νησί σε συνάρτηση με την, ταυτόχρονα, γενικότερη πολιτική κατάσταση από την διακηρυγμένη κρίση του 2010 και τις βασικές μετατοπίσεις στην κεντρική πολιτική σκηνή. Από την άλλη, οφείλουμε να συνεκτιμήσουμε το ιστορικό παρελθόν της Αίγινας με όλες τις συνέχειες και τις ασυνέχειες στο αντίστοιχο πλαίσιο της γενικότερης πολιτικής σκηνής προκειμένου να έχουμε μια όσο το δυνατόν σαφέστερη αντίληψη για τις εξελίξεις στον τόπο μας.

1) Η σημερινή (και συντόμως απερχόμενη) διοίκηση του Δήμου Αίγινας

Η ζωή στην Αίγινα και ειδικά για τα επισφαλή στρώματα (ανέργους, ανασφάλιστους, μετανάστες, ιδιωτικούς υπαλλήλους, οικοδόμους, μισθωτούς, συνταξιούχους, πολυαπασχολούμενους και μικρούς επαγγελματίες) την τελευταία τετραετία επιδεινώθηκε αισθητά και ο λόγοι για αυτό δεν αποτελούν μόνο τα απανωτά μνημόνια και η γενικότερη επιδείνωση της ζωής στην Ελλάδα, αλλά και η δημοτική διαχείριση η οποία τυγχάνει και φιλομνημονιακή (ο Σακκιώτης ήταν μεταξύ 6 υποψηφίων σε πανελλαδικό επίπεδο που υποστηρίχθηκε κομματικά). Ο καταστροφικός συνδυασμός αυτός εκφράστηκε από την απόλυτη άρνηση έστω και μιας ρητορικής καταγγελίας του μνημονίου -στο οποίο (και) για λόγους σκοπιμότητας έχουν προχωρήσει εκπρόσωποι της Τοπικής Αυτοδιοίκησης σε διάφορες περιοχές στην Ελλάδα- αλλά και από τα σκόπιμα μέτρα που αφορούν στην καθημερινότητα (π.χ. ανατίμηση στο νερό για τους μικρούς και μεσαίους καταναλωτές). Η -χωρίς κανένα σχέδιο- προσωρινή συμμαχία των ετερόκλητων και καιροσκόπωντης παράταξης Σακκιώτη που τελικά αναδείχθηκε διοίκηση στο Δήμο Αίγινας στο οριακό σημείο εφαρμογής του νόμου Καλλικράτη, αποδείχθηκε καταστροφική για το νησί. Η αποτυχία βεβαίως δεν οφείλεται αποκλειστικά στον Καλλικράτη ο οποίος αποτελεί, οιονεί, τοπικό μνημόνιο, αλλά και λόγω του ίδιου του τρόπου διαχείρισης σε περίοδο κρίσης χρηματοδότησης από πλευράς κράτους, καταδεικνύοντας την κακοδιαχείριση ως δομικό χαρακτηριστικό των μεταπολεμικών χρόνων. Ο Δήμος μας είναι μέσα στους 50 χρεωμένους Δήμους της χώρας που απειλούνται με επιτήρηση από την Τρόικα κι αυτό δεν φαίνεται να ανησυχεί σχεδόν κανένα εκπρόσωπο.

Ο τρόπος αυτής της διαχείρισης, είναι κομμάτι μιας συνέχειας από τις προηγούμενες δημοτικές αρχές, αν εξαιρέσουμε την περίοδο 2006-2010 που επιχειρήθηκαν επιφανειακές τομές σε όλα –σχεδόν- τα επίπεδα, παρόλο που δεν άγγιξαν κεντρικά ζητήματα, όπως για παράδειγμα η γάγγραινα της διαχείρισης του νερού αλλά αναλώθηκαν στην προβολή μιας εικόνας «της παραλίας των 200 μέτρων». Η διαχρονία -και σ’ αυτό δεν εξαιρείται καμιά διοίκηση- αφορά στην υπεράσπιση συμφερόντων οικονομικών ομάδων, στις συγγενικές σχέσεις που καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την ψήφο, στις σχέσεις εξάρτησης, στις φωτογραφικές αποφάσεις, στην κάλυψη ομάδων συμφερόντων, στην αδυναμία πολέμου με τα οφθαλμοφανή συμφέροντα ή στη σύμπλευση με αυτά, είναι βασικά χαρακτηριστικά με τα οποία διακρίνονται όλες ανεξαιρέτως οι προηγούμενες διοικήσεις. Η δραστηριότητά τους καλύπτει ως ένα βαθμό και τους βασικούς προσανατολισμούς της κεντρικής πολιτικής σκηνής όπου η τοπική αυτοδιοίκηση είναι το μακρύ τους χέρι, χέρι που βεβαίως μακραίνει από την μεταρρύθμιση Καποδίστρια και γίνεται κράτος εν κράτει –θεσμικά- με τη μεταρρύθμιση Καλλικράτη. Πρόκειται για φαινόμενα παρασιτισμού, καταπάτησης στοιχειωδών νόμων, χυδαίου μεταπρατισμού και κηδεμονικής πολιτικής με τα οποία συνδέεται η μετεμφυλιακή Ελλάδα.

Η ανικανότητα και η αδυναμία της διοίκησης Σακκιώτη επιβάλλεται από αυτές τις κατευθύνσεις που αφορούν στην άγνοια του νέου ρυθμιστικού πλαισίου της τοπικής αυτοδιοίκησης, των μηδαμινών ή ελαχίστων περιθωρίων της, αλλά και στην τυχοδιωκτική αδιαφορία για τις διαρκώς ογκούμενες δυσκολίες που υφίσταται ο αιγινήτικος λαός. Έτσι με τις χειρότερες παρακαταθήκες ο Σακκιώτης προσπαθώντας να αντιγράψει ως ένα βαθμό την τετραετή «επιτυχία» του Π. Κουκούλη (πολιτιστικά, μελέτες για τον αγωγό νερού, διάφορα έργα που ήταν ήδη σε προγραμματισμό, «νέες» κουλτούρες π.χ. «εθελοντισμός») σε αγαστή προσαρμογή με τις νέες συνθήκες διαρκούς χρεωκοπίας του Δήμου, υπολειτούργησε κάθε κοινωνική υποδομή ευνοώντας το καθεστώς «της παραλίας των 200 μέτρων». Η προσπάθεια αντιγραφής των δήθεν «επιτυχών δράσεων» του Π. Κουκούλη, οδήγησε σε χειραγώγησή του σε καίριες περιστάσεις (π.χ. κρίσεις διακοπών παροχής νερού) γεγονός που καθιστά και τον ηγέτη της μειοψηφίας συνυπεύθυνο.  Σ’ αυτό βεβαία συνέτειναν και συντείνουν οι θεσμικές οδηγίες νεοσυγκεντρωτισμού των μεταρρυθμίσεων του 1998 και 2010, που ήραν κάθε υπόλειμμα αποκέντρωσης που κατ’ ελάχιστον υπήρχε (Κοινότητες, μικροί Δήμοι) καθιστώντας από την περίοδο εφαρμογής Καποδίστρια την πόλη της Αίγινας και ειδικά την παραλία των «200 μέτρων», ως προνομιακό χώρο χρηματοδότησης για λογαριασμό όλου του νησιού. Όμως ήταν και ο ίδιος ο προσανατολισμός της σύμπραξης συμφερόντων, τοπικών αρχών και επιχειρηματιών σε ένα τουριστικό νησί με μια ανάπτυξη όπως αυτή που περίπου επεκτάθηκε σε όλη την παράλια Ελλάδα. Έτσι περιθωριοποιήθηκαν τα χωριά της περιφέρειας όπως και οι γειτονιές της πόλης της Αίγινας με κόστος την υποβάθμιση της ζωής τους ως τέτοιας.

Από την άλλη ο τουρισμός ο οποίος έγινε πιο φθηνός και λιγότερο αποδοτικός όπως και η κρίση της οικοδόμησης από την, τεχνητή ή όχι, έλλειψη «ρευστού» χρήματος, μείωσαν δραματικά από την Αίγινα τις δυο βασικές πηγές εισοδήματος. Σ’ αυτήν την περίσταση η δημοτική αρχή Αίγινας αποκομμένη κι αδιάφορη για τις πραγματικές ανάγκες του ευρύτερου πληθυσμού, μυξοκλαίγοντας για τις «δύσκολες περιστάσεις» που περνάει η χώρα άσκησε διαχείριση του χειρίστου είδους.

Α) Συνέχισε ή επιδίωξε την πολιτική κηδεμόνευσης και εξάρτησης με πολιτικούς παράγοντες της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Σε κάθε περίσταση, πρόστρεχε ως ικέτης σε πολιτικούς ή θεσμικούς παράγοντες που ήταν υπεύθυνοι για το μνημόνιο και την επιδείνωση της καθημερινής ζωής στην Ελλάδα. Σε καμιά περίπτωση δεν συμπορεύτηκε με ή προπορεύτηκε από αιτήματα λαϊκά και αυτονόητα, ενώ, στις συνεδριάσεις του δημοτικού συμβουλίου οι θεσμικοί στυλοβάτες της λειτουργίας του, έκαναν ό,τι μπορούσαν προκειμένου να απομακρύνουν το λαϊκό παράγοντα.

Β) Ήταν μια καρικατούρα της προηγούμενης δημοτικής αρχής και των αγοραίων καινοτομιών που άφησε ως παρακαταθήκη. Χωρίς άλλο, η ανήθικη και δημαγωγική  λογική του Παναγιώτη Κουκούλη ότι «η κρίση είναι μια ευκαιρία (πλουτισμού) για την Αίγινα» τροφοδότησε το κοινό με το φαντασιακό της προηγούμενης δεκαετίας ευμάρειας δίνοντας μια ακόμα ευκαιρία στο τοπικό πολιτικό σύστημα. Σε κάθε περίσταση η «νησιωτικότητα», η «ανταγωνιστικότητα» και η «ανάπτυξη» ήταν στις αποσκευές του φρασεολογίου του δημάρχου με φανερή την απόσταση ανάμεσα στις υποσχέσεις και στο αποτέλεσμα. Χωρίς σαφείς στόχους, χωρίς συνεκτική ομάδα στήριξης, μετετράπη στο ισχυρό πολιτικό όπλο της παραλίας των 200 μέτρων.

Γ) Ακολούθησε μια προσπάθεια πολιτικής εντυπώσεων όπως αυτή που συνδυάστηκε με την πολιτική του μνημονίου για τη σύσφιξη σχέσεων με την Κίνα και την πολιτική των αγορών της, αλλά και με την συμμετοχή στην Ελληνογερμανική συνάντηση δημάρχων της Νυρεμβέργης υπό τα αυστηρά όμματα που γερμανού υφυπουργού Οικονομίας και υπεύθυνου για τις Ελληνογερμανικές σχέσεις Ι. Φούχτελ σε ένα περιβάλλον όπου τα γερμανικά κόμματα συστήνοντας ιδρύματα επιδιώκουν να ελέγξουν την ελληνική οικονομία. Επίσης ακολουθώντας το θλιβερό μοτίβο της βλαχοδημαρχίας, ήταν μαϊντανός σε κάθε περίσταση μικρών και μεγάλων εορταστικών γεγονότων.

Δ) Αδιαφόρησε για τον εμπλουτισμό των υποδομών στην Αίγινα ακολουθώντας περίπου το διάγραμμα των προηγούμενων διοικήσεων. Ενάντια σε κάθε προσπάθεια κοινοτικής αυτοδύναμης οικονομίας και αποφάσεων συνέχισε να είναι δημοτική αρχή των πανηγυρικών λόγων. Συγκατανεύοντας έτσι στις κεντρικές πολιτικές, οικονομικής αποδιάρθρωσης, μέσω της νέας περιφερειακής διοίκησης ενίσχυσε το ρόλο της τοπικής αυτοδιοίκησης-«βαποράκι» χρήματος προς τους εργολάβους.

Ε) Σε κρίσιμους τομείς της καθημερινότητας αποδείχθηκε, η διοίκηση του Δήμου Αίγινας, καταστροφική ή τουλάχιστον ελλειμματική.

Εκπαίδευση: Εγκατέλειψε τις σχολικές δομές του νησιού μειώνοντας τις παροχές, χωρίς ούτε μια έμπρακτη διαμαρτυρία για όσες αλλαγές έχουν πραγματοποιήσει τα μνημόνια. Είτε ως παρατηρητής είτε ως τοποτηρητής είτε ως χειροκροτητής, οι αρνητικές αλλαγές που σχετίζονται με το περιεχόμενο, την οργάνωση και τη μορφή του σχολείου, βρήκαν τον κατάλληλο απόντα.

Υγεία: Προώθησε τον «εθελοντισμό» και τους ιδιώτες γιατρούς οι οποίοι βλέπουν στο νησί μια νέα αγορά, σε μια περίσταση που το Κέντρο Υγείας Αίγινας έχει εγκαταλειφθεί ως δημόσια και δωρεάν υποδομή από το κράτος ή επίκειται η εκμετάλλευση του με το αζημίωτο από τους παραπάνω. Αντίθετα το μαγαζάκι της εκκλησίας, Νοσοκομείο (άτυπο γηροκομείο και εξ ανάγκης διαγνωστικό κέντρο) «Άγιος Διονύσιος» είναι σε κάθε περίσταση στις βασικές της στοχεύσεις για την επιβίωση και επέκταση της δραστηριότητάς του. Σε κάθε περίπτωση, η διαχρονική εμπιστοσύνη των κατοίκων της Αίγινας στην τοπική εκκλησίασε συνδυασμό με μια παραδοσιακή έλλειψη αγωνιστικής κουλτούρας, διόγκωσε παραμορφωτικά αυτό το καθεστώς. Από την άλλη, εν σχέση με τα επείγοντα περιστατικά δεν μερίμνησε για την δημιουργία ελικοδρομίου ή για τη λειτουργία δημοτικού θαλάσσιου μέσου διακομιδής ασθενών. Έτσι ακόμα και για τα καίρια κενά του Κέντρου Υγείας Αίγινας (γιατροί, νοσηλευτές οδηγοί-τραυματιοφορείς κλπ) ακόμα και με βάση τον Οργανισμό Ίδρυσης, του 1986, όταν ο πληθυσμός ήταν στο μισό του σημερινού, όχι μόνο δεν προχώρησε σε αγωνιστικές κινητοποιήσεις αλλά και προώθησε τον «εθελοντισμό» σε περιστάσεις, «εθελοντισμό» που κλείνει το μάτι στην απόλυτη ιδιωτικοποίηση της φροντίδας υγείας στο νησί.

Συγκοινωνία: Η κατάρρευση της συγκοινωνίας ΚΤΕΛ Αίγινας δεν βρήκε σε καμιά περίπτωση τη δημοτική αρχή σύσσωμη με το λαϊκό αυτονόητο αίτημα της εξυγίανσης ενός φορέα που όχι μόνο δεν εξυπηρετεί τους κατοίκους του αλλά συνεχίζει να αποτελεί ένα οχυρό συμφερόντων. Σε καμιά περίπτωση δεν υπήρξε το ενδιαφέρον για τη δημιουργία δημοτικής συγκοινωνίας όταν ακόμα και κάτοικοι συμμετείχαν σε ρεφενέδες για τη λειτουργία κάποιων γραμμών. Επίσης στο ζήτημα των θαλασσίων συγκοινωνιών και στην υποβάθμισή τους από τους ίδιους τους εφοπ-ληστές δεν υπήρξε ούτε μιας προσχηματικής διαμαρτυρίας ή επιδίωξης πρωτοβουλιών για μια φθηνή και καλή θαλάσσια συγκοινωνία. Αντίθετα, σε ένδειξη καλής θέλησης απέναντι στο εφοπ-ληστρικό Γολιάθ κατήγγειλε τον δίκαια απεργό Δαβίδ.

Δημόσια Υγιεινή: περικόπτοντας χρήματα που προορίζονται για την αποκομιδή των απορριμμάτων για πρώτη φορά, η δημόσια υγιεινή τέθηκε σε τόσο μεγάλο κίνδυνο. Από την άλλη αδιαφορώντας για μια τοπικής διαχείρισης ανακύκλωση των απορριμμάτων (ζωοτροφές, φυτικό λίπασμα κλπ) περιορίστηκε στην αποκομιδή των μπλε κάδων που όλοι ξέρουμε ότι καταλήγουν στη χωματερή. Έτσι, αντίθετα με απλές αρχές λογικής έκανε αποτυχημένη απόπειρα να εισάγει εταιρία ανακύκλωσης. Μοιραία λοιπόν και ο βιολογικός αγωγός λυμάτων κατάντησε μια χρόνια υπόθεση στην οποία η δημοτική αρχή ήταν ανύπαρκτη.

Νερό: Συνέχισε την πολιτική των προκατόχων της στο να χρηματοδοτεί μια επιχείρηση μεταφοράς νερού αντί να τεθεί σε προτεραιότητα το νοικοκύρεμα από κάθε άποψη. Ως συνέπεια υπήρξαν οι βασανιστικές διακοπές νερού στις σκηνοθετημένες παραστάσεις που πραγματοποιούσαν οι νερουλάδες και ιδιαίτερα σε συγκεκριμένες περιοχές που έχουν ελλειμματικό δίκτυο όπως οι Ασώματοι ενώ το νερό για «τα 200 μέτρα της παραλίας» δεν σταμάτησε καθόλου. Βασική (και διαχρονική) πολιτική είναι η χρηματοδότηση του νερουλά, η ισχυροποίηση της ιδεολογίας του «αγωγού» και της εξάρτησης από την υπό ιδιωτικοποίηση ΕΥΔΑΠ και ΕΥΔΑΠ νήσων και η αποθάρρυνση κάθε προσπάθειας υποδομών για τη συγκράτηση του νερού. Για ένα νερό ακριβό και ακατάλληλο, με διαχρονικές απώλειες που φτάνουν μέχρι και το 40-50% (τις οποίες πληρώνουμε), ακρίβυνε για τους μικρούς καταναλωτές ενώ έγιναν σχεδόν ελάχιστα για την είσπραξη οφειλών από τους μεγαλοκαταναλωτές που χρωστάνε.

Τουρισμός: Συνέχισε την πολιτική στήριξης «των 200 μέτρων» της παραλίας της πόλης ενισχύοντας για λογαριασμό λίγων ένα καταναλωτικό μοντέλο για τον επισκέπτη ενώ αδιαφόρησε για ένα πολυδιάστατο τουρισμό που έχει ως αναφορά την ιστορία, την παράδοση και τις αθέατες ομορφιές του νησιού και με επίκεντρο την ισχυροποίηση των δεσμών ντόπιων και επισκεπτών. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και το θέαμα της εν παραλία πετοσφαίρισης (μπιτς-βόλει) διεξήχθη σε τεχνητό περιβάλλον με μεταφορά άμμου σε ένα νησί που αν μη τι άλλο διαθέτει παραλίες και για αυτό το σκοπό. Αρνήθηκε κάθε έννοια μιας στοιχειώδους δημοτικής διαχείρισης φτάνοντας στο σημείο ακόμα της εκχώρησης της παραλίας της Κολόνας (αρχαιολογικού χώρου) σε διαχειριστές της παραλίας των 200 μέτρων.

Διοίκηση: Με φωτογραφικές αναθέσεις αρμοδιοτήτων δημιούργησε ένα καθεστώς προσωποπαγές μέσα από το οποίο η ασχετοσύνη συναγωνιζόταν την κακοδιαχείριση και τη γελοιότητα.  

Τοπική Οικονομία: Μη έχοντας προσανατολισμούς πέραν της πεπατημένης (φιστ-φεστ), αρνήθηκε η διοίκηση να προβεί σε πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να καταστήσουν την Αίγινα -σε περίοδο κρίσης- εν δυνάμει αυτοδύναμη διατροφικά, οικονομικά και δημιουργικά. Όχι μόνο δεν στήριξε την πρωτογενή παραγωγή αλλά σε περίσταση εναντιώθηκε επίσημα ακόμα και στη λειτουργία μονάδων οικόσιτων ζώων ή στις δραστηριότητες των κτηνοτρόφων.

—————

2)Η Αντιπολίτευση

Αυτό που υπήρξε ως αντιπολίτευση σ’ αυτήν την τετραετία δεν ήταν μόνο η κατ’ επάγγελμα συμμετοχή των εκπροσώπων των υπολοίπων δημοτικών παρατάξεων στο δημοτικό συμβούλιο αλλά και οι συγκυριακές δράσεις συμπίπτουσες με μεγάλα γεγονότα πανελλαδικά (πορείες, απεργίες κλπ.) ή τοπικής σημασίας, οργανωμένες από το ΠΑΜΕ Αίγινας, τη Συνέλευση Αγανακτισμένων Αίγινας (η οποία διήρκεσε ένα χρόνο και κάτι) προσπάθειες εκπαιδευτικών από την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Στις συγκυριακές δράσεις θα πρέπει να προστεθούν και τοπικές διαμαρτυρίες για το νερό, για την εγκατάσταση ιχθυοκαλλιέργειας στη Λιγέα, για τα σκουπίδια στο Λεόντι ή η τελευταία για την απαγόρευση οικόσιτων ζώων στο νησί που ήταν και η πλέον δυναμική από όλες.

Α)Αντιπολίτευση στο Δημοτικό Συμβούλιο

Ι)Ο Συνδυασμός «Πρόσω Ολοταχώς» υπό τον Π. Γρηγορόπουλο είχε παρουσία όταν ο ίδιος ο αρχηγός της παράταξης παρευρισκόταν. Μια παράταξη που είχε στην φαρέτρα της ό,τι πιο απαξιωμένοαπό πλευράς παρελθόντος) λειτουργώντας προσωποπαγώς, διεξήγαγε μια πάλη βασικά στα σημεία με την ανίκανη διοίκηση Σακκιώτη, δίχως να μπορέσει να κάνει γνωστούς τους στόχους του μιας και δεν είχε. Με σήμα κατατεθέν την προσωπικότητα του Γρηγορόπουλου, ως ιδιώτη γιατρού δημοφιλούς στην Αίγινα, ο οποίος έφτασε πολύ κοντά στη διεκδίκηση της διοίκησης του Δήμου, η παράταξη αυτή δεν είχε κανένα στόχο πέρα από την πάγια επιθυμία των στελεχών του να βρίσκονται «στα πράγματα».

ΙΙ) «Κίνηση Ευθύνης»: Ο πιο «σοβαρός» διεκδικητής της διοίκησης του Δήμου Αίγινας, Παναγιώτης Κουκούλης, από άποψη συνοχής ομάδας στήριξης, επιχειρημάτων και στόχων που έχουν μια διάρκεια, και γνώσης του θεσμού της τοπικής αυτοδιοίκησης και του πλαισίου της, γνώσης της γενικότερης συγκυρίας, τον τελευταίο χρόνο λειτουργεί εποικοδομητικά για λογαριασμό του. Αν συμπεριλάβουμε το χάρισμα της ευφράδειας λόγου-δημόσιας τεκμηρίωσης της αντιπολιτευτικής δραστηριότητας στα δημοτικά συμβούλια και στο ξενοδοχείο «Δανάη»-το ναό των πολιτικών ηγετικών ομάδων του νησιού- σε συνδυασμό με τις συμμαχίες τις οποίες επιδιώκει να δημιουργήσει εκ νέου ακόμα και με ετερόκλητες δυνάμεις, τον τοποθετούν σαν έναν από τους επικίνδυνους αντιπάλους σε κάθε προσπάθεια ενθάρρυνσης συμμετοχής στην οικονομική-κοινωνική-πολιτική ζωής στην Αίγινα υπό το πρίσμα της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης. Ήταν αυτός που εμπνεύστηκε μια νέα ταυτότητα της Αίγινας που πουλάει και ξεπουλάει τα πάντα και την κρίση ως ευκαιρία πλουτισμού.  Όσο όμως η κρίση βαθαίνει.  Όλο και πιο κοντά τα ποδάρια!

Από την άλλη έχει να επιδείξει μια «συγκρίσιμη» τετραετία μεγαλύτερης συνοχής της κοινωνίας αλλά και μετασχηματισμού της προς ένα μοντέλο που προσεγγίζει στο φαντασιακό για τον τουρισμό, δηλαδή το (ανύπαρκτο) αέναο κέρδος στο οποίο μπορεί να υπολογίζει ο κάτοικος της Αίγινας, σε ένα περιβάλλον εντελώς διαφορετικό από εκείνο της μετα-Ολυμπιακής ευφορίας. Η τήρηση της δημόσιας υγιεινής, η αδιάλειπτη παροχή νερού στο δίκτυο ύδρευσης (με το ψήσιμο ενός καφέ για τα «παιδιά», όπως διατείνεται ο «πρέπει να τους φιλάμε στο στόμα» τους υδρομεταφορείς, Πτερούδης), η αναζήτηση θεματικού τουρισμού, η ανάδειξη της νέας ταυτότητας της Αίγινας (ντόπιοι-μέτοικοι-παραθεριστές) μέσω του φιστ-φεστ, η ίδρυση πολιτιστικών θεσμών, η σύνδεση με τις πολιτιστικές πρωτοβουλίες μετοίκων και «λατρών» ή «θαυμαστών»  της Αίγινας, η σύνδεση με τις όποιες εθελοντικές πρωτοβουλίες που επισήμαιναν τις αλλαγές στο νησί, οι προσπάθειες κατευνασμού του «θηρίου»-παραλίας της Αίγινας, είναι δραστηριότητες οι οποίες για πρώτη φορά έλαβαν χώρα, στην τετραετία του στο νησί.

Η παράταξη του Κουκούλη, «Κίνηση Ευθύνης» βασίζεται σε μια σχετικά σταθερή συμμαχία που αφορά 1) στα μεγάλα έργα 2) στην πιθανή αναζωογόνηση της οικοδομικής δραστηριότητας 3) στην προσέλκυση ενός τουρισμού-παραθερισμού-μετοικισμού υψηλού εισοδήματος που να παρέχει εγγυήσεις για την αναβάθμιση της τοπικής οικονομίας 4) στη συμβολική σύνδεση του νησιού με τις εγκαταστάσεις της ΕΥΔΑΠ μέσω αγωγού 5) στην τήρηση κανόνων βασικών στην καθημερινότητα. Ως στρατηγική αντιπολίτευσης έχει επιλέξει την αναμονή μπροστά στο κενό που οι έτσι κι αλλιώς τυχοδιωκτικές λογικές της τωρινής διοίκησης έχουν αφήσει να φαίνεται, ή παρεμβαίνει επιλεκτικά δίκην χειραγώγησης.Βασικοί του σύμμαχοι είναι άνθρωποι των παλιότερων παραγόντων της δεξιάς του θεού που βρήκαν στέγη, κάποιοι παράγοντες πολιτιστικών φορέων, έντυπες/ηλεκτρονικές αλλά και προοδευτικές-«αριστερές» εφεδρείες που τον στήριξαν και των στηρίζουν ως κολυμπήθρες, «φίλοι» της Αίγινας, παράγοντες του πνεύματος οι οποίοι γενικά ασφυκτιούν με τις «επαρχιώτικες» διοικήσεις αναζητώντας, ως ελίτ, τόπο και χώρο έκφρασης, προσωπικά ή συλλογικά.

ΙΙΙ) «Λαϊκή Συσπείρωση»:  Ο συγκεκριμένος σχηματισμός είναι αποκλειστικά παράρτημα του ΚΚΕ και εκφράζει την ανοιχτοφοβική πολιτική του. Με ένα διαχρονικό λόγο ίδιο και απαράλλαχτο εδώ και δεκαετίες ασκεί μια ρητορική αντικαπιταλιστική με κορώνες φιλολαϊκές. Από άποψη θέσεων για το νησί έχει εκφράσει συγκυριακές θέσεις για τοπικά ζητήματα και συστοιχίζεται στα θέματα ανάπτυξης (π.χ. Αγωγός νερού) με τους υπόλοιπους μηχανισμούς αν και από θέση αριστερής αντιπολίτευσης, προωθεί την κρατικιστική αντίληψη διαχείρισης με την πιο σοβαρή κριτική προς τον Καλλικράτη. Με άμεσες παραπομπές από το σύνηθες μονοπώλιο της αντίστασης στο καθεστώς, πραγματοποίησε μέσω ΚΚΕ ή ΠΑΜΕ Αίγινας ή της «Λαϊκής Συσπείρωσης», κάποιες δράσεις με αφορμή γενικότερα ζητήματα αλλά και τοπικά (π.χ. διακοπές νερού). Με απόλυτη άρνηση για συνεργασία, η παράταξη αυτή πορεύεται όπως όλες οι δομές του ΚΚΕ. Λόγω της μικρής συμμετοχής από πλευράς κόσμου της Αίγινας έχει ελάχιστη δυναμική και παρουσία, όχι όμως απαρατήρητη και αμελητέα. Η παρουσία ενός έντιμου βιοπαλαιστή, του Στέλιου Κοττάκη που ηγείται της παράταξης παίζει ως ένα βαθμό κάποιο ρόλο συνοχής για αγώνες σε κοινωνικά ζητήματα, αν και αυτός αναιρείται από τη δομική μονοπώληση του κοινωνικού ζητήματος όπως συμβαίνει άλλωστε σε όλες τις δομές του ΚΚΕ αλλά και με την παραπομπή τους στην τελική λύση των εθνικών εκλογών που έχουν την ύψιστη κεντρική σημασία.

ΙV) Διαμαρτυρίες στο Δημοτικό Συμβούλιο: Συγκυριακά υπήρξαν διαμαρτυρίες που οργανώθηκαν από το ΠΑΜΕ, τη Συνέλευση Αγανακτισμένων Αίγινας ή αυθόρμητα για διάφορα ζητήματα: πρωταγωνίστησαν το ζήτημα του νερού και της τιμής του, πολιτιστικά ζητήματα, η υπόθεση των σκουπιδιών, τοπικά ζητήματα καθώς και η πιο σημαντική από αυτές για την απαγόρευση οικόσιτων ζώων σε αγροικίες στο νησί.

V) Μεμονωμένοι Δημοτικοί σύμβουλοι-μεμονωμένοι παράγοντες: Δημοτικοί σύμβουλοι κατά τη διάρκεια της τετραετίας είχαν μια αυτοδύναμη παρουσία σε περιπτώσεις χρησιμοποιώντας τις εσωτερικές τους αντιθέσεις με τις παρατάξεις στις οποίες συμμετείχαν για την μελλοντική τους κατανομή σε θέση εκλογικού ρόλου στο πλαίσιο της ανακατανομής πολιτικής ισχύος. Παράλληλα παλαιοί παράγοντες, δημοτικοί σύμβουλοι και δήμαρχοι βρέθηκαν προ της λήξης της παρούσας διοίκησης, πρωταγωνιστές της διεκδίκησης από μια απόλυτα αποδιαρθρωμένη διοίκηση που έχει χάσει κάθε έρεισμα. Έτσι, χωρίς αρχές, θέσεις και στόχους παλαιοί και νέοι μεμονωμένοι παράγοντες επενδύουν πολιτικά ηγούμενοι ή στηρίζοντας τους νέους συνδυασμούς παλαιάς και νέας «κοπής».

Β) τοπικός ΣΥΡΙΖΑ: Ύστερα από την εκλογική του άνοδο και στο νησί όπου κατέστη δεύτερη δύναμη, ο τοπικός ΣΥΡΙΖΑ απέκτησε ένα σημαντικό ενδιαφέρον. Από την άλλη η αδυναμία των περισσοτέρων μελών του να έχουν μια κινηματική λογική σε συνδυασμό με την «αποικιακού τύπου» επιβολή παραγόντων του κόμματος που διαμένουν ενίοτε στο νησί, τον καθιστούν μια συμπαθητική φιγούρα που εκδίδει ηλεκτρονικά ανακοινώσεις. Το άμεσο παρελθόν του, που αφορά στην απόσυρση της μελλούμενης συμμετοχής του στις εκλογές του 2010 (γνωστή η συνεργασία του Π. Κουκούλη με μέλος της αριστερής παραθεριστικής ομάδας που συμμετείχε στις εκλογές του 2010 στο ψηφοδέλτιό του) τον πιθανολογούν ως μια μη σταθερή και συγκροτημένη σε αρχές και θέσεις αντιπολιτευτική δράση . Το ποιον κάποιων ανθρώπων που εντίμως και με ανοιχτό τρόπο κινούνται αγωνιστικά και χωρίς παρωπίδες, είναι ελάχιστα αντιπροσωπευτικό μπροστά στην αδυναμία προτάγματος και στοιχειώδους προγραμματισμού. Ο τοπικός ΣΥΡΙΖΑ βασικά κινείται αναπνέοντας στους πνεύμονες παραγόντων της κεντρικής πολιτικής σκηνής, που θεωρεί την Αίγινα ως ησυχαστήριο από τους «αγώνες για την αριστερά και την πρόοδο» όπως και σε ένα τεράστιο κενό που αφήνουν τα φαγώματα της τοπικής πολιτικής σκηνής. Τουλάχιστον μέχρι τώρα.

Γ)ΚΚΕ-ΠΑΜΕ: Το ΚΚΕ ως ΠΑΜΕ ή ως Λαϊκή Συσπείρωση ή ως συγκεκριμένη παράταξη στο χώρο των επαγγελματιών, όπως προαναφέρθηκε, ήταν σε γενικές γραμμές παρών για τα δεδομένα του νησιού και με την ολιγομελή του παρουσία. Στην πραγματικότητα οι τοπικές του δομές αντιστοιχούν σε ελάχιστα μέλη, μέλη, τα οποία έχουν μια κάποια παρουσία στο Δημοτικό Συμβούλιο, στο χώρο των εκπαιδευτικών και στο χώρο των επαγγελματιών. Η συρρικνωμένη του παρουσία οφείλεται από τη μια και στις μονόπλευρες και μονοδιάστατες επιλογές του να πορεύεται ως πρωτοπορία (αν και λόγω του αριθμού του έχει συμμετάσχει και σε «σουρεαλιστικές» διαμαρτυρίες και με άλλους φορείς π.χ. Σύλλογο Δ/Ν, Αγανακτισμένους κλπ) αλλά και λόγω της συντηρητικής φυσιογνωμίας της Αίγινας και της παραδοσιακής υποστήριξης συνήθως σε κόμματα εξουσίας. Ενίοτε οι μετατοπίσεις στον εκλογικό καμβά το ευνοούσαν, ειδικά τα τελευταία χρόνια αλλά η κατάσταση άλλαξε από το 2012.

Δ)Συνέλευση Αγανακτισμένων Αίγινας: Η Συνέλευση Αγανακτισμένων Αίγινας ξεκίνησε όχι από δυνάμεις αγώνα αλλά από το facebook, ακολουθώντας ως ένα βαθμό τη συνέλευση του Συντάγματος στα προτάγματα, και στις κινητοποιήσεις. Έζησε περίπου ένα χρόνο ενώ εκφυλίστηκε ως πολιτικός οργανισμός στο τέλος της, σε μια παρέα ανθρώπων που κυρίως προσανατολίζονταν στον αντι-φασισμό και στις «εναλλακτικές οικονομίες». Από το καλοκαίρι μέχρι το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου δημιουργίας της, σταθεροποιήθηκε αριθμητικά, με αποτέλεσμα ένα πλήθος εκδηλώσεων, συγκεντρώσεων και παρεμβάσεων κυρίως την περίοδο του χαρατσιού όπως και στο Δημοτικό Συμβούλιο για τοπικά ζητήματα. Η προσπάθεια του χειμώνα 2011-12 που πραγματοποιήθηκε από συνελεύσεις της Αττικής για συντονισμό, απέτυχε, κι αυτό ακολούθησε ένα μαρασμό των ίδιων των Συνελεύσεων πανελλαδικά. Η αίσθηση που άφησε ήταν κυρίως η σύγχυση μεταξύ α)τοπικής ομάδας με διάθεση βελτίωσης της κατάστασης-β)ριζοσπαστικού αντιεξουσιαστικού λόγου-γ)ό,τι να ‘ναι προτάσεων για δράση με σοβαρές ανακολουθίες-δ)παρέας που τα «έχουν βρει»-ε)άτυπης συνιστώσας του ΣΥΡΙΖΑ-στ)πεδίο «εναλλακτισμού».  

Υπήρχε μια έλλειψη συνοχής μεταξύ αγνώστων, εφόσον δεν υπήρχε μια καθημερινότητα που να ακολουθεί τις διαδικασίες, μεταξύ ανθρώπων με αντιθετικούς προσανατολισμούς και με διαφορές εισοδήματος, με ανακολουθία και παλινωδίες επί των αποφάσεων, με διάσταση μεταξύ προτάσεων και ανάληψης ευθυνών καθώς και μια φιλικού τύπου λειτουργία παρόλο που ρητά ήταν μια ανοιχτή διαδικασία.  Ήταν όμως από την άλλη, μια σημαντική ευκαιρία μέσα από την οποία, και ιδιαίτερα την περίοδο μεταξύ αρχών του καλοκαιριού-φθινοπώρου του 2011, αναδύθηκαν ταυτοχρόνως και θετικές εξελίξεις που τροφοδότησαν τον τοπικό κοινωνικό μετασχηματισμό, όπως:

α)ένας νέος τρόπος συνύπαρξης στο δημόσιο χώρο,

β)διαδικασίες δημοκρατικής λήψης αποφάσεων,

γ)προεικόνισμα δομημένων και παραγωγικών συζητήσεων,

δ)μια παρακαταθήκη για έναν ανεξάρτητο αγώνα

ε)ενωτικές διαθεσιμότητες πέρα από διαφοροποιήσεις που επιτρέπουν σε ένα μεγάλο βαθμό τη συνέχιση του αγώνα.

Ε)Τοπικές διαμαρτυρίες: Οι τοπικές διαμαρτυρίες εκτός από αυτήν για την απαγόρευση των οικόσιτων όπως και της επιτροπής κατά της εγκατάστασης ιχθυοκαλλιέργειας στη Λιγέα, δεν πήραν μεγάλες διαστάσεις καθώς ήταν αυτές που εντοπίζονταν σε κάποιο περιορισμένο τοπικό πρόβλημα χωρίς οι πρωταγωνιστές να επιθυμούν να το ανοίξουν και θεματικά και γεωγραφικά. Επί παραδείγματι η διαμαρτυρία για το σκουπιδότοπο στο Λεόντι έμεινε καθαρά σε επίπεδο γειτονιάς ενώ θα μπορούσε να υπάρχει η προοπτική να ανοιχτεί σε όλο το νησί και βεβαίως να συνδεθεί με αντικειμενικούς παράγοντες υποβάθμισης της ζωής. Κάποιες μικρές και στοχευμένες ενέργειες στη Σκοτεινή, μια διαμαρτυρία για την εργολαβία των Σαλιαρέλη-Σκλάβαινα στην Κολόνα ήταν όλες κι όλες οι διαμαρτυρίες καθώς κι αυτές για τις διακοπές του νερού που εκφράστηκαν ελάχιστα. Τόσο η Συνέλευση Αγανακτισμένων όσο και το ΠΑΜΕ δεν μπόρεσαν να προσμετρήσουν αυτές ως επιτυχίες τους. Μέσα στις τοπικές διαμαρτυρίες μπορούμε να προσμετρήσουμε και όσες έγιναν με αφορμή τα μνημονιακά μέτρα με προεξάρχουσα αυτήν της -ας πούμε «Παναιγινήτικης»- της 5ης Οκτώβρη 2011 που ήταν η πιο μαζική και η οποία εκφυλίστηκε με τη Συνέλευση Αγανακτισμένων και το ΠΑΜΕ να φυλάνε τις τράπεζες. Αυτή είναι η αρχή του τέλους των τοπικών κινητοποιήσεων στο πολιτικό ζήτημα.

ΣΤ) ΣΠΙΘΑ: Η προσπάθεια που πραγματοποίησε ενεργό μέλος της από την Αίγινα, ενώ ξεκίνησε με πολύ καλές προδιαγραφές (συγκεντρώσεις, εκδηλώσεις) δεν μπόρεσε όπως και σε όλη την Ελλάδα να μην ακολουθήσει τη φθορά που υπέστησαν το 2012-13 όλες οι αντιμνημονιακές προσπάθειες (ΕΠΑΜ, κλπ). Γεννήθηκαν πολύ γρήγορα, δεν είχαν τη δυνατότητα ή το σθένος να παραμείνουν ως «σχολές αφύπνισης», πλαισιώθηκαν σε ένα μέρος τους από τυχοδιώκτες σε κεντρικό επίπεδο ενώ για λόγους που εξηγούνται από τη διαχρονία της «δολερής» διχόνοιας για «το σκήπτρο», δεν μπόρεσαν να δημιουργήσουν ένα ενιαίο πολιτικό μέτωπο.  Αποτέλεσμα ήταν να απορροφηθούν πλείστοι από τους κομματικούς μηχανισμούς ή να επιβιώνουν ως υποψίες φορέα χωρίς ουσιαστική δράση και συσπείρωση. Στην Αίγινα φυλλορρόησε όπως και η συνέλευση αγανακτισμένων ή όπως διαφαινόμενα σχήματα ή άλλες απόπειρες εκείνης της περιόδου.

Ζ) Αγωνιστικές προσπάθειες για την εκπαίδευση: Ο Σύλλογος Δασκάλων, διάφοροι καθηγητές της ΕΛΜΕ Πειραιά, κυρίως από το ΕΠΑΛ Αίγινας έδωσαν μικρές μάχες όλη αυτήν την περίοδο, σε απεργιακές κινητοποιήσεις αλλά και ξέχωρα από αυτές, ενάντια στις μεταρρυθμίσεις που στόχο έχουν το δημόσιο και δωρεάν σχολείο.  Την δε τελευταία χρονιά κι από το καλοκαίρι του 2013 μετά τις απολύσεις εκατοντάδων εκπαιδευτικών από τα ΕΠΑΛ, βρήκαν σημαντική υποστήριξη από το Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων των μαθητών του ΕΠΑΛ Αίγινας.

3)Το φαινόμενο της Χρυσής Αβγής (με «β» όπως λέμε αβγό) στην Αίγινα

Η Χρυσή Αβγή έκανε την παρουσία της για ένα ελάχιστο χρονικό διάστημα της τάξεως των 3-4 μηνών δια μέσου ενός και μόνο μέλους της και η οποία σταμάτησε όταν ο ίδιος απενεργοποιήθηκε ή ματαίωσε τη δράση του. Η παρουσία της ήταν όπως παντού, απροειδοποίητη και σχετικά «ειρηνική» μιας και ήταν στην προεκλογική περίοδο του 2012 με έφοδο από τις οργανώσεις του Πειραιά. Μικρής έντασης ανώνυμες δραστηριότητες, όπως ζημιές σε κατάστημα που δέχτηκε την επίσημη παρουσία της Χρυσής Αβγής Πειραιά και των ελάχιστων ντόπιων υποστηρικτών της, αφισοκολλήσεις αλλά και μια αντιρατσιστική εκδήλωση από πλευράς Συνέλευσης των Αγανακτισμένων Αίγιναςήταν οι αντιδράσεις για την παρουσία της, η οποία προσμετρήθηκε εκλογικά με 600 περίπου ψηφοφόρους. Η μετατόπιση, που από τη μια συνδύαζε μια υποκριτική εναντίωση στο μνημόνιο αλλά και από την άλλη την εθνικιστική-ξενοφοβική ρητορεία, βρήκε έδαφος σε τμήμα της Αίγινας που ως παραδοσιακά δεξιό νησί έχει και έναν διακριτό κορμό, ακροδεξιό-αντικομμουνιστικό. Σε γενικές γραμμές όμως, το τουριστικό κλίμα στην Αίγινα που οφείλει να είναι πολυπολιτισμικό για αυτό και οικονομικά προσοδοφόρο, η μικρή παρουσία μεταναστών, η αναζήτηση της ησυχίας μέσα στη φτώχεια που αποτελεί τη διαχρονική ιδεολογία του νησιού, δεν μπορεί να «σηκώσει» την παρουσία της Χρυσής Αβγής και μάλιστα όπως αυτή εκφράστηκε το προηγούμενο διάστημα, στα αστικά κέντρα, με δολοφονικές επιθέσεις σε μετανάστες και σε ανθρώπους που ανήκουν από την αριστερά και πέρα. Από την άλλη το έδαφος για τα δήθεν χαριστικά παζάρια «μόνο για Έλληνες» δεν θα μπορούσε να έχει θέση στο νησί. Η συστηματική «φιλανθρωπία» της τοπικής Εκκλησίας, ομάδων εθελοντών που συνεργάζονται με μέτοικους αστούς έχουν ήδη καλύψει αυτό το κενό. Η ύστερη προσπάθεια ενός τυχοδιώκτη και αποτυχημένου επιχειρηματία να λάβει το χρίσμα της ήταν σχεδόν ασήμαντη.   Συνεπώς η Χρυσή Αβγή δυνητικά θα μπορούσε, αν και αυτό είναι αμφίβολο στο βαθμό που είναι ήδη δεδομένη η μικρή αγορά, να ενταχθεί στο στρατό της παραλίας «των 200 μέτρων», με αντικείμενο τις γνωστές παράνομες δραστηριότητες  ή στη φύλαξη. Αλλά αυτό θα προϋπέθετε ένα κενό σ’ αυτήν την «ευαγή» δραστηριότητα. Και κάτι τέτοιο δεν φαίνεται στον ορίζοντα εφόσον οφείλουν να συνεργήσουν πολλοί παράγοντες. Ο πρόσφατος περιορισμός της Χρυσής Αβγής η οποία διογκώθηκε συγκυριακά ως μνημονιακό ενεργούμενο της θεωρίας των δυο άκρων, διαδέχεται τη δημιουργία ενός χρήσιμου κέντρου (Ποτάμι). Κι αυτό έχει ως συνέπεια, την κοινωνική της περιθωριοποίηση και ιδιαίτερα στην περιφέρεια ή όπου ευκαιριακά στηρίχθηκε και με τις εφεδρείες των κεντρικών γεγονότων (π.χ.  Μπαλτάκος) να αποτελούν σήμα κατατεθέν της εξέλιξής της.

4)Η Τοπική Εκκλησία

Σε μια ιδανική ερμηνεία, θα μπορούσαμε να ονομάζουμε εκκλησία αυτό που αορίστως αυτοαποκαλείται Λαός και Κλήρος. Κάτι τέτοιο όμως, είναι μόνο μια ιστορική και μακρινή παρακαταθήκη. Στην πραγματικότητα αυτό που ονομάζουμε τοπική εκκλησία είναι ένα συνονθύλευμα παραγόντων της εκκλησιαστικής ιεραρχίας εμπλεκόμενων με σημαίνοντα πρόσωπα της τοπικής πολιτικής και οικονομικής ζωής, προσώπων που διαχειρίζονται μια άγνωστη στο κοινό περιουσία σε χρήματα, οικήματα και γη, προσώπων που εμπλέκονται ως ενδιάμεσοι κρίκοι υποστήριξης του έργου της εκκλησίας (φιλανθρωπικές κινήσεις, κατηχητικά, κατασκηνώσεις, φιλολογικές δραστηριότητες κλπ) και σαφώς ενός κοινού πιστών που δεν περιορίζεται στην Αίγινα αλλά προέρχεται από όλο τον ελλαδικό χώρο, φτάνει μέχρι την Ανατολική Ευρώπη και επεκτείνεται στη Ρωσία. Αυτό το κοινό που στη συντριπτική του πλειοψηφία είναι ένα κοινό που δεν αναζητά λύσεις κοινωνικές αλλά μια ατομική σωτηρία μέσω της προσκύνησης, δεν θα μπορούσε παρά να είναι ο βασικός παράγοντας σταθερότητας αυτής της ηγετικής ομάδας. Έτσι παρά τις επιδερμικές προσπάθειες εκκοσμίκευσής της και εκσυγχρονισμού της, οι κεντρικές μεταπολεμικές της λειτουργίες παραμένουν σχεδόν ανέπαφες. Τα σεμινάρια ψυχολογίας που διοργανώνει ενσωματώνοντάς τα στις κοινωνικές της λειτουργίες, οργάνωση μαθημάτων μουσικής, σεμινάρια μελισσοκομίας κλπ. ή οι προσπάθειες οργάνωσης του θρησκευτικού τουρισμού οι οποίες αποβλέπουν στην περεταίρω οικονομική μεγέθυνση, υποδηλώνουν ένα τεράστιο κενό εκσυγχρονισμού που αφορά:

α) στην απόδοση προς το λαό της κτηματικής περιουσία της

β) στη δημοκρατική συμμετοχή επί της οικονομικής διαχείρισης των πιστών στις ενορίες

γ) στη στεγαστική χρήση κληροδοτημάτων και κτιρίων της για τους ανθρώπους που βασανίζονται οικονομικά στη συγκυρία (Λεούσειο, κλπ)

ε) στην ουσιαστική χρηματοδότηση ενός Νοσοκομείου που σήμερα φυτοζωεί παρά την κοινωνική και άκριτη στήριξη σε αυτό

στ) στην αποποίηση των κοινωνικών-οικονομικών προνομίων των ιεραρχών λειτουργών της

ζ) στην έντιμη πορεία απομάκρυνσης από τον αντιχριστιανικό και ανήθικο εναγκαλισμό με την πολιτική εξουσία

η) στη συμβολή σε έναν ολοκληρωμένο διάλογο με την κοινωνία για το «ευ ζειν».

5)Τα «κεντρικά»

Βουλευτές εν ενεργεία, ο αντιπεριφερειάρχης, ο υπουργός Παιδείας ήταν κυρίως αυτοί που μεσολάβησαν ωφελιμιστικά σε περιπτώσεις, συνεχίζοντας την παράδοση εξάρτησης από το κέντρο.  Περισσότερο απ’ όλους ο αντιπεριφερειάρχης Δ. Κατσικάρης (αλλά και κάποιοι παράγοντες της ΝΔ) ήταν αυτός που ωθούσε την επικαιρότητα και της έδινε νόημα περισσότερο από κάθε άλλον παράγοντα. Με το συναισθηματικό του λόγο, με την υπερβατική ρητορική «υπεράνω ιδεολογιών», έδωσε την αίσθηση ενός προστάτη του πληθυσμού απέναντι σε συγκρουόμενα συμφέροντα. Με πολιορκητικό κριό τον αγωγό «προ των πυλών» κάλυψε ένα κενό που άφηνε η απροετοίμαστη, αυτάρεσκη και αυτοαναφορική διοίκηση του Σακκιώτη.

6)Ο κόσμος της Αίγινας-Ο λαός

Ο κόσμος της Αίγινας είναι ένα μεγάλο ερωτηματικό και έτσι οφείλει να παραμείνει στην ανάλυση και στον απολογισμό. Η απουσία του από την πολιτική ζωή σημαίνει παρουσία αλλού. Οι συγκεκριμένες κοινωνικές λειτουργίες (καφενείο, συνεστιάσεις, γιορτές, γάμοι, κηδείες, μνημόσυνα, βαφτίσια, παρελάσεις, κοινωνικές εκδηλώσεις κλπ) ή οι αυστηρά προσωπικές (οικογένεια, ιδιώτευση, ιδιαίτερες ασχολίες κλπ) είναι ένας μεγάλος χώρος που ακόμα δεν έχει και δεν μπορεί, στα σοβαρά, να ερευνηθεί και αναλυθεί, προκειμένου να δούμε τις προεκτάσεις του και τις αφετηρίες του. Η αντίφαση αυτή αποτυπώνεται στην πιο κωμικοτραγική έκφραση του κόσμου με το πιο ανεύθυνο και αντιφατικό ερωτηματικό: «πού είναι ο κόσμος;». Σε κάθε περίπτωση, η αναζήτηση της ιστορικής αφήγησης για την ερμηνεία της κοινωνικής συμπεριφοράς πέρα από μετρήσεις και στατιστικές, είναι ένας σημαντικός υποβοηθητικός παράγοντας.

ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Αν εξαιρέσουμε την πιο συνεκτική (στη βάση της καπιταλιστικής λογικής) και με μελετημένους δημαγωγικούς στόχους-θέσεις, παράταξη του Π. Κουκούλη που μέλλεται να αποσπάσει συνιστώσες και πρόσωπα-κλειδιά από άλλους χώρους ή πρόσωπα της διοίκησης οι οποίοι το πιο πιθανόν είναι να προετοιμαστούν για την επόμενη παραλαβή του διοικητικού «χάους» από μια κατάσταση που σωστά αντιλαμβάνονται ότι θα επέλθει ή να εγκολπωθούν σε εφεδρικές θέσεις εξουσίας, οι υπόλοιπες «βασικές» λύσεις αφορούν αποκλειστικά στο διαχρονικό παρελθόν  της Αίγινας. Η πρόσφατη απόσυρση του Π. Γρηγορόπουλου με την περίπου ταυτόχρονη πρόθεση συμμετοχής στο εκλογικό πεδίο, του Δημήτρη Μούρτζη, «ενός φίλου (και παλαιάς κοπής δημάρχου) απ’ τα παλιά», δείχνει φαινομενικά το δίπολο. Αυτό που όμως παλιά ήταν κάπως γραφικό, σήμερα δεν είναι καθόλου έτσι. Ό,τι τάζουν («θα καταλύσω το νόμο δήλωσε βαρύγδουπα ο φέρελπις κατακτητής της δημοτικής εξουσίας για το ζήτημα των οικόσιτων) έχει όλο και πιο κοντά ποδάρια. Έχουμε μόνο να συγκρίνουμε τα λιγότερο κακά. Η κρίση βαθαίνει και η τοπική κοινωνία ήδη έχει ξεκινήσει να βρίσκεται μπροστά στο φάσμα της απελπισίας και της φτωχοκτονίας.

Από την άλλη δεν υπάρχει ένα συμπαγές μπλοκ της τοπικής εξουσίας που θα μπορούσε να εξυπηρετήσει την εφαρμογή του Καλλικράτη. Οι αποτυχημένες προσπάθειες του Π. Κουκούλη για συναινετική γραμμή ήταν και οι μοναδικές που εγγυούνταν ένα μέλλον κάπως πιο σταθερό για την περεταίρω αποδιάρθρωση της κοινωνίας μέσω της φτώχειας και της κυριαρχίας της ανταγωνιστικής Αγοράς. Και για αυτό λοιπόν υπάρχει ένας λόγος παραπάνω για μια αστάθεια και περεταίρω διάλυση.

Συμπερασματικά, ο κυρίαρχος λόγος δεν μονοπωλείται από επιχειρήματα και διαβουλευτικές διαδικασίες, εφόσον σ’ αυτόν εμβάλουν καίρια το στενό οικονομικό συμφέρον ή οι μικροφιλοδοξίες, οι διαχρονικές εμπάθειες, οι οικογενειακές εξαρτήσεις αλλά και μια διαχρονικά παθογόνα ιδεολογία γύρω από την πεσούσα τουριστική-παραθεριστική οικονομία και τις συμπαρομαρτούσες δραστηριότητές της (οικοδομή, εμπόριο κλπ). Αυτός είναι ένας χώρος μέσα στον οποίο τα επιχειρήματα τείνουν να εκτοπίζονται και να αποσαθρώνουν την όποια δυνατότητα ενυπάρχει, μιας ατομικής ή συλλογικής συγκρότησης. Αυτό είναι και το αδύνατο σημείο των όποιων συμμαχιών οι οποίες βασίζονται κυρίως σε ό,τι πιο τυχοδιωκτικό και θνησιγενές επιβιώνει στην κοινωνία της Αίγινας –αν εξαιρέσουμε καλοπροαίρετους ανθρώπους-χρήσιμους. Για αυτό και διαλύθηκε γρήγορα η παράταξη που διοικεί το Δήμο Αίγινας σήμερα. Για αυτό και θα βλέπουμε σχήματα που εύκολα θα διαλύονται και θα παραχωρούν τη θέση τους σε απότομες μετατοπίσεις.

Απ’ την άλλη, οι μικρές φωνές των υποψηφίων της αριστεράς είναι τόσο αδύναμες, άνευρες ή καθόλου συνεκτικές. Η έντιμη, συνεπής και αγωνιστική φυσιογνωμία του Αντώνη Ντελή και η αδιάλλακτη κομματικά αλλά αγωνιστική και έντιμη παρουσία του Γιώργου Κοττάκη δεν φαίνεται να μπορούν να δώσουν προοπτική στο χάος που έρχεται. Οι τομές που εξαγγέλλει η παράταξη «Αίγινα-Κοινωνία Πολιτών» (συνέλευση αποφάσεων του συνδυασμού, ενσωμάτωση ριζοσπαστικών αιτημάτων σε επιμέρους ζητήματα, ομαδο-συνεργατικό μοντέλο διοίκησης, αποκεντρωτική και διάφανη προεκλογική εκστρατεία κλπ) δεν είναι ικανές ως διακηρύξεις να προωθήσουν έναν άλλο πολιτικό πολιτισμό. Το αντίθετο, ενισχύουν αυτήν τη θεμελιώδη αντινομία ανάμεσα στη συμμετοχή και την ανάθεση ρόλου. Η ασάφεια ανάμεσα στη διακριτή σχέση του «περιφερειακού» με το «κεντρικό» ως αντίληψη δίνει σαφώς το προβάδισμα στο δεύτερο και ιδιαίτερα για την περίπτωση της Αίγινας. Από την άλλη ο συνδυασμός του ΚΚΕ-ΠΑΜΕ «Λαϊκή Συσπείρωση» είναι στην ουσία μια πολιτική δομή στήριξης του κομματικού μηχανισμού ο οποίος θεωρείται «η μητέρα όλων». Η διαμεσολάβηση των εκλογικών διαδικασιών έχει και έναν κεντρικό ρόλο και σημασία της απευθείας υπαγωγής σε ένα συγκεντρωτικό κόμμα όπου την ανάθεση την έχει για παντιέρα όπως και τη μονοπώληση των αγώνων. Τέλος η συγκεκριμένη κατεύθυνση της οικονομικής πολιτικής της ΕΕ η οποία επενδύει στην περεταίρω διάλυση των παραγωγικών και κοινωνικών υποδομών μιας στοιχειώδους αυτάρκειας ή αυτοδυναμίας του παρελθόντος υποδηλώνει ότι η κοινωνική σύγκρουση για την αξιοπρέπεια δεν θα προκύψει από τις δυνατότητες απορροφητικότητας για «επενδύσεις» οι οποίες κατευθύνονται σε ένα περιβάλλον ανταγωνιστικότητας, ανάπτυξης και περεταίρω ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας. Ούτε οι προσδοκίες για την «μέχρι τελευταίου ευρώ» εκμετάλλευση των ΕΣΠΑ, ούτε οι αντι-ΕΕ κραυγές θα μπορέσουν να δώσουν λύση στα δομικά ζητήματα της οικονομίας και της πολιτικής. Τα «καλά» εκλογικά αποτελέσματα μάλλον αναχαιτίζουν τη λαϊκή οργάνωση για μια κοινωνία δίκαιη ενώ μεγαλώνουν τα περιθώρια της νοσηρής αποποίησης ευθυνών εκ μέρους των ψηφοφόρων. Συμπερασματικά λοιπόν, μιας και οι δυο συνδυασμοί  αποτελούν διακριτούς πόλους απέναντι σε ένα σχετικά συμπαγές κυρίαρχο μόρφωμα που πρωταγωνιστεί ή συναινεί με το αζημίωτο στην περεταίρω εξάρτηση και πολιτική κηδεμονία που οδηγούν στην κοινωνική εξαθλίωση και εξαχρείωση:

α)Οι διαμεσολαβήσεις δεν μπορούν να προωθήσουν τα προβλήματα ούτε και τη συμμετοχή των πολιτών που είναι κομβικός ο ρόλο τους.

β)Είναι συνδυασμοί που «αναπνέουν» απόλυτα ή κυρίως από τα «κεντρικά».  

γ)Δεν έχουν συνολικό όραμα υπέρβασης της κρίσης ή χρησιμοποιούν κανονιστικά σχήματα, αποτυχημένα εδώ και δεκαετίες

δ)Δεν βασίζονται στους αγώνες ή επιδιώκουν τη μονοπώλησή τους.

Πάνω σ’ αυτό το κενό αλλά και στη βάση των δομικών και δυσεπίλυτων προβλημάτων είναι δυνατόν να αναπτυχθεί μια δράση, η οποία μπορεί κατόπιν διαλόγου και διαβουλεύσεων να θέτει:

α)την πολιτική της διεκδίκησης μέσω ενός κοινωνικού ενωτικού «συνδικαλισμού» για τη στήριξη και τη δημιουργία των υποδομών στο νησί

β)την προσπάθεια για τη δημιουργία τοπικών συνελεύσεων και επιτροπών

γ)τον προσανατολισμό στην οικολογική συνεργατική οικονομία: στην πρωτογενή παραγωγή, στην μεταποίηση και συναφών υπηρεσιών καθώς και στην κατεύθυνση ενός τουρισμού που να ενισχύει τις ανθρώπινες σχέσεις και να αποκεντρώνεται

δ)τη μόρφωση ως προϋπόθεση της κοινωνικής ανάπτυξης και συνοχής

ε)την απεξάρτηση από τους ιμπεριαλιστικούς παράγοντες που από τη μεταπολεμική περίοδο λυμαίνονται κάθε δημιουργική διάθεση του λαού μας και στην προκειμένη περίσταση από το γερμανικό παράγοντα.

Έτσι μια σύνθεση που αφορά

α)στην αντι-ιμπεριαλιστική διεθνιστική-αντίσταση στη νέα αποικιοκρατία

β)στην οικολογική ισορροπία

γ)στη δημοκρατία και στην αποκέντρωση

δ)στην οικονομική συνεργασία

ε)στην πνευματική αναγέννηση,

ίσως μπορέσει να ενώσει το λαό της Αίγινας σε μια προοπτική μιας βιώσιμης και αλληλέγγυας τοπικής κοινωνίας.