ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ:

α) συνοπτική ιστορία της Κύπρου, β) το κυπριακό ζήτημα στη μεταπολίτευση (συμπεράσματα) και γ)προβληματισμός πάνω στη δυσεπίλυτη αλλά υπαρκτή σημασία του εθνικού ζητήματος στον ιστορικό χρόνο και στο γεωγραφικό χώρο (με αφορμή το κυπριακό ζήτημα).

Οι ολοφάνερες ελλείψεις της παρούσας, συνίστανται στο γεγονός ότι ακόμα δεν έχει συμπεριλάβει ολόπλευρα πτυχές μιας συνθετικής αφήγησης. Ενώ μπορεί να επεκτείνεται στο ζήτημα που αφορά τις τομές και τις συνέχειες της περιόδου της μεταπολίτευσης, επιγραμματικά αναφέρεται στις πτυχές και τομείς της κοινωνικής ζωής και οργάνωσης (παιδεία, οικονομία, ιδεολογία, τέχνες, κατοίκηση, θρησκευτική ζωή κλπ) όπως και στο διεθνές περιβάλλον. Υπ’ αυτήν την έννοια ως αφήγηση δεν καλύπτει σε μια πληρότητα το τρίπτυχο: α)τομές-συνέχειες β)τομείς γ)διεθνές περιβάλλον, γεγονός που θα γίνεται τμηματικά ίσως στο εγγύς μέλλον στο πλαίσιο δραστηριότητας της Ομάδας για την Ιστορία. Έτσι, στο τέλος της αφήγησης υπάρχει ένας μικρός πίνακας των ελλείψεων-υπόσχεση για ολοένα και πιο ολοκληρωμένη εξιστόρηση.

Κάθε κριτική και επισήμανση παραλείψεων είναι ευπρόσδεκτη

Γιώργος Κυριακού, Σεπτέμβρης 2013

pikosapikos12@yahoo.gr

Λίγα λόγια ως εισαγωγή

Η ανάληψη του «Κυπριακού ζητήματος» και του πολύπλευρου ρόλου του –τόσο εγχώρια όσο και διεθνώς- κατά την περίοδο της μεταπολίτευσης αλλά μέχρι και σήμερα, τονίζει γενικώς το ρόλο των εθνικών ζητημάτων, ζητημάτων που προέκυψαν από τη δράση κυρίως της αποικιοκρατίας ή μέσω του Ανατολικού Ζητήματος, ενταγμένων στο ευρύτερο κοινωνικό ζήτημα των ανισοτήτων και της καταπίεσης-εκμετάλλευσης ανθρώπου σε άνθρωπο και της Φύσης. Μια σύγχρονη –δυνητικά- ολοκληρωμένη αντίληψη για την κοινωνική επανάσταση, συνθετικά, με την υπέρβαση των πολιτικών, ταξικών και κοινωνικών ανισοτήτων, οφείλει να συμπεριλάβει στο αναλυτικό της πεδίο τον αγώνα εναντίον των εθνικών ανισοτήτων και καταπιέσεων από τις δυνάμεις της αποικιοκρατίας και των επεκτατισμών. Η εθνική ολοκλήρωση ή λύτρωση των καταπιεσμένων εθνών είναι θεμέλιο για μια διεθνή επανάσταση, εφόσον κατανοηθεί πληρέστερα ο ρόλος της αποικιοκρατίας και της καταδυνάστευσης των εθνών. Η ανάδυση του εθνικού αυτοκαθορισμού για όλους τους λαούς της γης είναι απαραίτητος όρος για τη συνεργασία τους εφόσον υπάρχουν άλυτα ζητήματα που προέκυψαν και συνεχίζουν να προκύπτουν από κάθε λογής επεκτατισμούς μέχρι και σήμερα. Η μονόπλευρη ταξική-πολιτική προσέγγιση για την υπέρβαση του εθνοκράτους, σε μια εποχή που από τη μια το ίδιο τείνει να ξεπερνιέται από τους διεθνείς οργανισμούς που συγκροτούνται σε νέες αυτοκρατορίες ή συμμαχίες στο πλαίσιο της συντήρησης ενός καπιταλισμού ή παραμένει ως «αλυτρωτισμός» ή «μεγαλοϊδεατισμός» στα χέρια τυχοδιωκτών εθνικιστών, δεν έχει τη δυνατότητα αυτή. Οι εθνικοί ανταγωνισμοί κάτω από το βάρος της γλώσσας ή της θρησκείας ή της ιστορίας που αποτελούν τους βασικούς πυλώνες του έθνους θα δημιουργούν τέρατα με νέους πολέμους.

Το Κυπριακό ζήτημα είναι κατά το Ν. Ψυρούκη «η συμπυκνωμένη έκφραση του προβλήματος της ξενοκρατίας σ’ ολόκληρο τον ελληνικό εθνικό χώρο» και αποτελεί στρατηγικό και κομβικό σημείο του διεθνούς καπιταλισμού, των επεκτατικών βλέψεων και των ντόπιων ηγεμονικών τάξεων των αποικιοκρατούμενων χωρών στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Αλλά και σε διεθνές επίπεδο, στην Ασία, στην Αφρική, στην Νότια Αμερική και στη Βαλκανική χερσόνησο της Ευρωπαϊκής Ηπείρου, το εθνικό ζήτημα δίπλα στα προαναφερόμενα των ταξικών, πολιτικών και κοινωνικών ανισοτήτων είναι αδιαπραγμάτευτα ισχυρό και μάλιστα σε μια περίοδο καταστροφικής οικονομικής ανάπτυξης, με τη Φύση να παίζει το ρόλο του πεδίου εφαρμογών της Παγκοσμιοποίησης. Επομένως ο «Πόλεμος στον πόλεμο των αφεντικών» και η διεθνιστική αλληλεγγύη ως «όπλο των λαών» οφείλουν να συμπεριλαμβάνουν την απελευθέρωση των καταπιεσμένων λαών, είτε αυτή η καταπίεση αφορά την οικονομική εξάρτηση, την πολιτισμική διείσδυση και εν τέλει αλλοτρίωση, τις πολιτικές επεμβάσεις είτε την ωμή στρατιωτική ένοπλη επέμβαση, ιστορικός άλλωστε τρόπος δίπλα στις συμμαχίες, με τα ντόπια κατεστημένα της αποικιοκρατίας σε Ανατολή και Δύση. Τα εθνικά ζητήματα είτε θα βρεθούν στα χέρια μιας αντιδραστικής και αντεπαναστατικής δυναμικής και θα αποτελούν την πρωταρχική μαγιά ενός σύγχρονου εθνικισμού και της εξέλιξης του εθνοκράτους και της παγκοσμιοποιημένης Αγοράς ή θα τεθούν αδιάσπαστα μέσα στην συνολική ελευθεριακή διεργασία αναδεικνύοντας σημαντικά πεδία ανάλυσης και πρακτικής.

Η Κύπρος, αλύτρωτο τμήμα του ελληνισμού, πεδίο επεκτατικών εφαρμογών από μέρους του διεθνούς ιμπεριαλισμού και του γειτονικού επεκτατισμού (Τουρκία, Ισραήλ), όπως και οι σε κάθε γωνιά της γης αποικίες, είναι στην κυριολεξία εκτεθειμένη στις μονόπλευρες αντεπαναστατικές δυνάμεις οι οποίες υπερτονίζοντας το εθνικό ζήτημα το αποκόπτουν από τις ρίζες μιας συνολικής οικουμενικής απελευθέρωσης, οδηγώντας το στην γεωπολιτική διαπραγμάτευση και υποτέλεια ή στον εθνικισμό και την μετεξέλιξη του εθνοκράτους. Χρέος είναι, η εξέταση του Κυπριακού ζητήματος υπό το πρίσμα της παγκόσμιας ανάλυσης της αποικιοκρατίας και των αποτελεσμάτων της, ειδικά την περίοδο της μεταπολίτευσης (ή του τέλους της) που επιγραμματικά μέσω της παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου επιχειρείται η εκ νέου επέλαση της αποικιοκρατίας και των δορυφόρων της.

Το κυπριακό ζήτημα περισσότερο από κάθε άλλο «καθ’ ημάς» ζήτημα, υπογραμμίζει:

1)το αδιέξοδο των εφαρμογών της εθνοκρατικής ολοκλήρωσης από πλευράς ενός υποδουλωμένου έθνους όπως, ιστορικά, το ελληνικό: το κράτος ως πολιτικογεωγραφικός προσδιορισμός καταστρέφει ριζικά κάθε δυνατότητα αυτορρύθμισης και συνεργασιών εφόσον α)προσαρτά κοινότητες που διαφέρουν τα χαρακτηριστικά τους από το κυρίαρχο, β)εκδιώκει κοινότητες από τον ιστορικό τους τόπο, γ)εκδιώκει κάθε δυνατότητα συνεργασιών και γεφύρωσης των εθνικών διαφορών. Από την άλλη ενώ είναι ιστορικά ταυτόσημο με την διάλυση ενός αποικιοκρατικού ή δεσποτικού πολιτικού συστήματος, το εθνοκράτος το υποκαθιστά εν μέρει μέσω της αποδοχής μετάβασης των λειτουργιών του στην πλέον φαεινή εκδοχή του αστικού κοινοβουλευτισμού ή άλλων πολιτικών εκδοχών.

2)το αδιέξοδο της καταστροφικής διευθέτησης από τις δυνάμεις του ιμπεριαλισμού: οι λύσεις από πλευράς μεγάλων δυνάμεων είναι προσαρμοσμένες στη λογική του λιγότερο κακού για τι ς ίδιες όπως και στη λογική του διαίρει και βασίλευε, εκμεταλλευόμενες τις όποιες αντιφάσεις και διαφορές ειδικά όταν αυτές συναρτώνται με την υποστήριξη του λιγότερο αντιπάλου. Έτσι ένας αντικατοχικός απελευθερωτικός αγώνας μετατρέπεται σε εμφύλιο ή διακοινοτικό. Η σύγχρονη αποικιοκρατία υπό τη μορφή υπερθενικών σχηματισμών και στρατιωτικο-οικονομικών συμφώνων δεν στερείται αυτής της λογικής. Στην περίπτωση των ελληνο-τουρκικών υπό τον ΟΗΕ, το ΝΑΤΟ ή υπό την ΕΕ επίβλεψη, καθιστά τον ελεγχόμενο έδαφος ένα πεδίο γεωπολιτικής αναπαραγωγής υπερδυνάμεων και τη μετατροπή του σε θέατρο συγκρούσεων αυτών.

3)το αδιέξοδο της ετεροκαθορισμένης λογικής του συμψηφισμού της βίας μεταξύ εθνικών κοινοτήτων, παραγνωρίζοντας τον εξωτερικό παράγοντα ή δίνοντας έμφαση και ευθύνη στις εσωτερικές αντιφάσεις περιορίζει τις δυνατότητες μιας συνθετικής ανασκόπησης και παραδίδει ένα μεγάλο μέρος σε λογικές που αποτελούν είτε συνδυασμό συγκυριαρχιών είτε σε μονόπλευρες λογικές του εθνοκράτους και της εξάρτησης.

Η μεταπολίτευση στην Ελλάδα και το Κυπριακό, αν και καθυστερημένα εν σχέση με το Δύση, αποτελούν σημεία καμπής σε ένα διεθνές περιβάλλον που υποχωρεί το ταξικό ζήτημα με τη βελτίωση των συνθηκών των εργαζομένων στο παρόν σύστημα εκμετάλλευσης, που υποχωρεί το πολιτικό ζήτημα εν μέσω ισχυροποίησης του διαμεσολαβητικού κοινοβουλευτισμού και της «Κοινωνίας των Πολιτών», που υποχωρεί το κοινωνικό ζήτημα εν μέσω τακτοποίησης και διεύρυνσης της κοινωνίας των «ατομικών δικαιωμάτων». Όλα αυτά βεβαίως, που στις μέρες μας αντιστρέφονται εν μέσω κήρυξης της κρίσης και της υπαγωγής της Ελλάδας-Κύπρου κάτω από τους επαχθείς όρους της τρόικας και συνεχίζονται στο ευρωπαϊκό Νότο στο ιστορικό πλαίσιο ενός ήδη λεηλατημένου Παγκόσμιου Νότου από τη Δυτική Αποικιοκρατία των χωρών του Βορά και των απανταχού ντόπιων βαστάζων τους. Σήμερα διενεργείται μια ταξική επίθεση ενάντια στην εργασία, ο κοινοβουλευτισμός πετάει το «δημοκρατικό» του μανδύα και μεταβάλλεται σε ολοκληρωτισμό ενώ τα κοινωνικά δικαιώματα κινδυνεύουν από τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής οπισθοδρόμησης και του ανορθολογισμού. Σ’ αυτήν την εποχή που το εθνικό ζήτημα είναι πεδίο επεκτατισμού, διπλωματίας και επιχειρηματικότητας για τους εθνικιστές ή μιας ισορροπίας τρόμου ή πολέμων για την επέκταση της οικονομίας τους εξορθολογιστές της καπιταλιστικής ανάπτυξης, σ’ αυτήν εποχή που το κοινωνικό κίνημα ιστορικά απέχει από ένα σοβαρό πεδίο πάλης, το εθνικό, το Κυπριακό ζήτημα «ως συμπύκνωση του καθ’ ημάς εθνικού» αλλά και ως σοβαρή παράμετρος του διεθνιστικού ζητήματος, είναι απαραίτητο κεφάλαιο στην Ιστορική έρευνα και Γνώση.                                                                                                           Γιώργος Κυριακού

 

 

Η ΚΥΠΡΟΣ

Η γεωγραφική θέση της Κύπρου ως θαλασσίου περάσματος τριών ηπείρων, ο πλούτος της σε κοιτάσματα χαλκού αλλά και άλλων μεταλλευμάτων, τα εύφορα εδάφη της, την κατέστησαν από την αρχαιότητα ως έναν ενδιαφέροντα στρατηγικό χώρο από δυνάμεις που αναδύονται ιστορικά, μέχρι και σήμερα. Από την ελληνιστική περίοδο η Κύπρος παραμένει μέχρι και σήμερα, ένα τμήμα του ελληνισμού. Μέχρι και τότε χαρακτηρίστηκε από την ηγεμονική εγκατάσταση Αχαιών-Μυκηναίων, Δωριέων, αλλά και Φοινίκων και Ασσυρίων, ενώ ήταν για αιώνες υποτελής στους Πέρσες και αργότερα στο ελληνιστικό βασίλειο της Αιγύπτου. Η συμμετοχή της στον πόλεμο κατά των Περσών της προσέδωσε την ελληνική ταυτότητα όπως και αργότερα με τη συμμετοχή της στις στρατιές του Αλεξάνδρου, της πρώτης περιόδου οικουμενικού ελληνισμού. Η αναχώρηση των Φοινίκων από το νησί της εποχής των Πτολεμαίων-επιγόνων του Αλέξανδρου, οριστικά κλείνει το ζήτημα της εθνικής ταυτότητάς της. Από τη ρωμαϊκή κατάκτηση μέχρι την διάδοση του Χριστιανισμού και την υπαγωγή της στο Ανατολικό τμήμα της Αυτοκρατορίας, το «Κοινό Κυπρίων» θεσμός θρησκευτικής και οικονομικής συνεργασίας τοπικών ηγεμονιών, αποτελεί θεσμό διαδεδομένο όπως και σε άλλες περιοχές του ελληνισμού που συγκροτήθηκαν μετά την κλασική εποχή (π.χ. Απειρωτάν). Σημαντικός σταθμός στη βυζαντινή περίοδο είναι η ανακήρυξη του αυτοκέφαλου της εκκλησίας της Κύπρου τον 5ο αιώνα. Οι επιδρομές των Αράβων τον 7ο αιώνα άλλαξαν τους συσχετισμούς. Η κατά περιόδους «ουδέτερη συγκυριαρχία» Βυζαντινών-Αράβων προσδιόριζε την πολιτική ταυτότητα της Κύπρου μέχρι και την οριστική απαλλαγή από τους Άραβες στα τέλη του 10ου αιώνα. Από τότε και μέχρι την λεηλασία και κατάληψη του νησιού το 1191 κατά τη διάρκεια της 3ης σταυροφορίας, από τον Άγγλο ηγεμόνα  Ριχάρδο το Λεοντόκαρδο, την πώλησή του στους Ναΐτες Ιππότες και από αυτούς στους Λουιζινιανούς, περνά μια περίοδο σταθερότητας αν συμπεριλάβουμε και τις επιθέσεις που υφίσταται από τα βασίλεια της Μέσης Ανατολής που ιδρύθηκαν μετά την 1η και 2η σταυροφορία. Από τον 13ο αιώνα και ύστερα εγκαθίσταται ένα αποικιοκρατικό καθεστώς απομύζησης του πλούτου του νησιού, ένα πεδίο σύγκρουσης αλλά και συνεργασίας αποικιοκρατικών οικογενειών Βενετών, Γενουατών, Καταλανών. Μέχρι και το 1571, με τη δεδομένη Λατινική κυριαρχία σε οικονομικό, θρησκευτικό και στρατιωτικό επίπεδο, έτος που κατακτιέται από τους Τούρκους, η Κύπρος θεωρείται το πεδίο στο οποίο για πρώτη φορά στην ιστορία δοκιμάζονται εφαρμογές οι οποίες θα λάβουν χώρα στην Αφρική και Αμερική μετά το 1492, έτος κατάκτησης της Αμερικής από τον Κολόμβο και τους άλλους εκπροσώπους της Δυτικής Αποικιοκρατίας. Μέχρι και το 1821, έτος της ελληνικής επανάστασης, στο νησί συμβαίνουν πολλές εθνικές και κοινωνικές εξεγέρσεις (πολλές από τις οποίες συμμετέχουν και μουσουλμανικοί πληθυσμοί) που καταστέλλονται άγρια, επιδημία πανώλης που στοίχισε το 1/3 του πληθυσμού, μαζικοί εξισλαμισμοί (φαινόμενο των κρυπτοχριστιανών, π.χ. Λινοβάμβακοι), επιδρομές ακρίδας κλπ. ενώ ο πληθυσμός της αναμιγνύεται με τούρκους εποίκους που εγκαθιστά η οθωμανική διοίκηση, των οποίων το ποσοστό φτάνει στο 18-20% ήδη από τις πρώτες απογραφές των Άγγλων. Τα επαναστατικά κινήματα από το 1821 μέχρι το 1878, έτος εκμίσθωσης της Κύπρου από το σουλτάνο στους Άγγλους (στο πλαίσιο κοινού αμυντικού δόγματος Αγγλίας-Οθωμανών και ακεραιότητας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας απέναντι κυρίως στη διείσδυση της Ρωσίας), πνίγονται πριν την έκφρασή τους, στο αίμα. Το 1821 με αφορμή διακηρύξεις σφαγές πραγματοποιούνται από του Τούρκους. Το 1833 τρεις εξεγέρσεις ξεσπούν στο νησί με αφορμή τη δυσβάστακτη φορολογία αλλά και με εθνικές αναφορές οι οποίες καταστέλλονται ενώ η Κύπρος ακόμα και με την κυριαρχία των Εγγλέζων συμμετέχει σε όλους τους εθνικούς αγώνες για την εθνική ολοκλήρωση (Κρήτη, Κεντρική Ελλάδα, Ήπειρος κλπ) μέχρι και τους βαλκανικούς πολέμους, στέλνοντας σώματα εθελοντών. Η Αγγλοκρατία είναι μια νέα περίοδος αφαίμαξης για τους Κύπριους, εφόσον  είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν το επαχθές νοίκι των Άγγλων στην Πύλη χωρίς από την άλλη να ωφελούνται (από άποψη υποδομών) από την αποικιακή σχέση τους με την Βρετανική Κοινοπολιτεία. Από το 1878 θεωρείται ότι ξεκινάει το Κυπριακό ζήτημα εφόσον τόσο η εκκλησιαστική εθναρχία, οι κύκλοι διανοουμένων, η πλούσια τάξη γαιοκτημόνων με την βεβαιότητα ότι η Αγγλική κυβέρνηση ως μια κυβέρνηση χριστιανών που παραχώρησε στην Ελλάδα τα Επτάνησα το 1864 θα πράξει το αντίστοιχο. Τόσο στο Νομοθετικό Συμβούλιο, όσο και με διεθνή υπομνήματα μέσω της αναγνωρισμένης μέχρι το 1933 εθναρχίας, αν εξαιρέσουμε το σχεδόν μόνιμο βέτο από πλευράς ΤΚ, η Κύπρος επιζητούσε την Ένωση με την Ελλάδα δίπλα στις διεθνείς διακηρύξεις του Εργατικού Κόμματος της Μ. Βρετανίας που από το 1880 απέκτησε την κυβερνητική πλειοψηφία. Το ενωτικό αίτημα δίπλα στα αιτήματα για την κατάργηση της επαχθούς φορολόγησης των Κυπρίων οι οποίοι όφειλαν να ξεπληρώνουν τις οικονομικές υποχρεώσεις της Αγγλίας προς την Πύλη για την εκμίσθωση, ξέσπασε, όμως προσέκρουε τόσο στην κοινή αμυντική συμφωνία Οθωμανών-Άγγλων όσο και στην εξωτερική πολιτική της Αγγλίας η οποία χρησιμοποιεί το νησί στρατηγικά για την Αφρική (Αίγυπτος) και Μέση Ανατολή (Ιράκ). Η Αγγλία εκμεταλλεύεται στυγνά τους εργάτες και τους αγρότες της Κύπρου ενώ δημιουργείται μια μειοψηφική τάξη ελλήνων φερμένη από τις παροικίες που αναλαμβάνει τη συλλογή των φόρων ή μέρους της διοίκησης της αποικίας. Αργότερα συγκροτείται στη δεκαετία του 1920 το Κομμουνιστικό Κόμμα Κύπρου (μεταγενέστερα ΑΚΕΛ), το οποίο σε συνδυασμό με την προβολή των ταξικών-πολιτικών αγώνων τέθηκε βαθμιαία στην υπηρεσία της Ένωσης με την Ελλάδα. Το 1914 η Κύπρος προσαρτάται οριστικά στην Αγγλία με δεδομένη την συμπαράταξη της Τουρκίας στο Γερμανικό άξονα κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ενώ υπάρχει έντονη διπλωματία φιλική προς την υπό όρους ένωση με την Ελλάδα η οποία μάλλον προσκρούει στην ουδετερότητα του βασιλιά. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή και τη συνθήκη της Λωζάννης, η Τουρκία κι όχι πλέον η Οθωμανική Αυτοκρατορία, παραιτείται κάθε δικαιώματος στην Κύπρο. Έτσι, το 1925 κηρύσσεται αποικία του Στέμματος, με αποτέλεσμα την άρση κάθε προσχήματος για τα δικαιώματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τα οποία απαντούσε η Αγγλική κυβέρνηση σε κάθε ενωτικό διάβημα. Στα 1931 και με αιτήματα κοινωνικά-οικονομικά η εθνική εξέγερση στην Κύπρο καταστέλλεται με μεγάλη στρατιωτική επέμβαση αιματηρά, εξορίζονται οι ηγέτες της και φυλακίζονται 2.500 χιλιάδες εξεγερμένοι με την ανοχή της ελληνικής κυβέρνησης. Το ΚΚΚ κηρύσσεται παράνομο όπως και η ανάρτηση της ελληνικής σημαίας και εγκαινιάζεται η αποικιακή τρομοκρατία ως «Παλμεροκρατία» από το όνομα του νέου διοικητή Πάλμερ. Στον πόλεμο αλλάζουν πάλι οι συσχετισμοί αφού οι κύπριοι και με την προτροπή του ΚΚΚ συμμετέχουν στην αντίσταση κατά των Ναζί με τους Συμμάχους (34.000 οπλίτες στο βρετανικό Στρατό και 10 τάγματα στο νησί) ενώ νομιμοποιείται την ίδια περίοδο το ΚΚΚ με την επωνυμία ΑΚΕΛ. Η συμμετοχή στον απελευθερωτικό αγώνα ενισχύει τη μεταπολεμική επιχειρηματολογία για την Αυτοδιάθεση-Ένωση η οποία προσκρούει με τις νέες συνθήκες μοιράσματος του κόσμου από τη συμφωνία της Γιάλτας και την παραχώρηση στις ΗΠΑ εκ μέρους της Αγγλίας την ευθύνη της Ελλάδας. Η ενωτική διάθεση των ΕΚ προσέκρουε με την αυστηρώς διακείμενη πολιτική του ελλαδικού κράτους το οποίο τέθηκε υπό την αμερικανική κηδεμονία από την ανακοίνωση του δόγματος Τρούμαν που εμμέσως διακανόνιζε και το ρόλο της Κύπρου στο πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ του εξαρτημένου ελληνικού κράτους και του επεκτατικού τουρκικού ως προκεχωρημένου φυλακίου της Δύσης σε ένα περιβάλλοντα χώρο διακανονισμού υποθέσεων στην Ασία και στην Αφρική. Κατόπιν παλινωδιών με την αρχική συμμετοχή του στην οργανωμένη από τους Άγγλους «διασκεπτική» υπό την άμεση αυστηρή προτροπή του Ζαχαριάδη, το ΑΚΕΛ περνά σε μια ανένδοτη λογική Αυτοδιάθεσης-Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Το 1950 με αποτέλεσμα 97% υπέρ της Ένωσης με την Ελλάδας, δημοψηφίσματος οργανωμένου από την εθναρχία η οποία υποσκέλισε την ίδια πρόθεση του ΑΚΕΛ, ο πληθυσμός της Κύπρου τάσσεται υπέρ της Ένωσης με την Ελλάδα, γεγονός που η ελληνική κυβέρνηση αναγνώρισε ως την αρχή μιας διπλοπρόσωπης πολιτικής. Από κει και μέχρι το τέλος της δικτατορίας οι ελληνικές κυβερνήσεις με βάση το δόγμα «ανήκομεν εις την Δύσην» θα παίζουν ένα ρόλο διπλό: της συγκάλυψης του αγώνα με στόχο τον άμεσο έλεγχο επί της Κύπρου αλλά και των διαπιστευτηρίων προς τις μεγάλες δυνάμεις. Στο μεσοδιάστημα 1946-1950 επίσης οξύνεται το ταξικό ζήτημα και παρουσιάζονται για πρώτη φορά συνδικαλιστικές οργανώσεις από πλευράς ΕΚ και ΤΚ σε μια προσπάθεια προσέγγισης μέσω της ταξικής ενότητας. Πραγματοποιείται κοινή πρωτομαγιά ΤΚ και ΕΚ συνδικαλιστικών οργανώσεων το 1948 και πολύ σημαντικές απεργίες στα μεταλλεία. Από το 1950 μέχρι και το 1955 μυστικές διαβουλεύσεις μεταξύ Μακαρίου, Γρίβα αλλά και παραγόντων της ελληνικής κυβέρνησης αποφασίζουν την ίδρυση ένοπλης οργάνωσης η οποία θα είχε στρατιωτικούς στόχους τους Άγγλους και τους ΕΚ συνεργάτες τους και πολιτικό στόχο την αυτοδιάθεση και ένωση με την Ελλάδα. Το 1955 και ένα χρόνο μετά τη μεταφορά του γενικού Στρατηγείου της Μέσης Ανατολής στην Κύπρο (ύστερα από την ήττα που υπέστη διεθνώς η Αγγλία στην υπόθεση διώρυγας Σουέζ), υπό τον κυπριακής καταγωγής αξιωματικό του Ελληνικού Στρατού Γεώργιο Γρίβα (γνωστό αρχηγό της αντικομουνιστικής οργάνωσης Χ και με ρόλο πρωταγωνιστικό στα Δεκεμβριανά και αργότερα με τον εμφύλιο του 1946-49), ξεκινά ένας 4ετής αντιαποικιακός αγώνας με την πολιτική σύμπραξη του Μακαρίου και τη σιωπηρή συμφωνία της ελληνικής κυβέρνησης ο οποίος είχε ως κατάληξη την αμφιλεγόμενη συμφωνία της Ζυρίχης-Λονδίνου το 1959. Ο αγώνας αγκαλιάζεται από τη συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας καθώς και τις συντηρητικές δομές ελεγχόμενες από την εθναρχία, με μαχητικές διαδηλώσεις αλλά και συνδρομή στο στρατιωτικό έργο. Κατά τη διάρκειά του οι Άγγλοι τοποθετούν ΤΚ σε καίριες θέσεις-στόχους του Γρίβα με αποτέλεσμα να χρησιμοποιούν τις εκτελέσεις ως δείγμα εχθρότητας προς τους ΤΚ κι έτσι ξεσπούν τα πρώτα γεγονότα που έχουν διακοινοτική χροιά με την υπόθαλψη των Άγγλων. Εξορίζεται ο Μακάριος και εγκαθίσταται ένα σκληρό κατασταλτικό καθεστώς από τον διοικητής Χάρτινγκ ανάλογο με την εποχή της Παλμεροκρατίας. Η συστηματική ατιμωρησία εκ μέρους των Αγγλικών αρχών για σκηνοθετημένες ταραχές και δολοφονίες που προκαλούν εντεταλμένοι ΤΚ ακόμα και εναντίον μελών της μειονότητάς τους ενισχύει τη διχοτομική λογική με τη δημιουργία άτυπων θυλάκων και ένοπλων ομάδων με τη συνδρομή της Τουρκίας και την ανοχή της Αγγλίας που χτυπούν ΕΚ ενισχύοντας το διχασμό. Από την άλλη δολοφονίες 7 μελών της αριστεράς για «προδοσία» και ύστερα μάλιστα από το διεθνές μήνυμα του Ν. Ζαχαριάδη για την αποκάλυψη της ταυτότητας του Διγενή (γρίβα) εντείνουν την ένταση μεταξύ αριστεράς και ένοπλης ΕΟΚΑτζίδικης δράσης αποκόπτοντας πρακτικά την αριστερά από τον ενωτικό αγώνα με εξαίρεση την ομάδα Β. Λυσσαρίδη (μελλοντικά ΕΔΕΚ). Στην ίδια χρονιά ξεσπάσματος του αντικατοχικού αγώνα,  η Κύπρος προσχωρεί στο Κίνημα των Αδεσμεύτων της συνδιάσκεψης στο Μπαντούγκ της Ινδονησίας κι αργότερα στο Βελιγράδι της πρώην Γιουγκοσλαβίας, ενώ η Τουρκία ήδη έχει εκδηλώσει τις προθέσεις ενεργούς ανάμιξής της από το 50. Ο Μακάριος από το 1960 και μετά μετατρέπεται σε «Φιντέλ Κάστρο» της Ανατολής και η Κύπρος σε «Κούβα» της Μεσογείου κάνοντας και κινήσεις προς χώρες που ανήκαν στο σύμφωνο της Βαρσοβίας (αγορά όπλων από την Τσεχοσλοβακία). Στο μεταξύ με αγγλική και τουρκική παρέμβαση απέναντι σε κάθε προσπάθεια του Μακαρίου να αλλάξει τους όρους της συνθήκης (τα περίφημα 13 σημεία) έχουν ξεκινήσει συγκρούσεις μεταξύ ΤΚ-ΕΚ στο πλαίσιο του αγγλικού «διαίρει και βασίλευε» ενώ δημιουργούνται οι πρώτοι ΤΚ θύλακες απέναντι στην πρωθύστερη συμβίωση στα μικτά χωριά αλλά και με την ενεργό ανάμιξη οπλαρχηγών της ΕΟΚΑ καθώς και νέων υποστηρικτών τους (συγκρότηση παρακρατικών οργανώσεων και ΕΟΚΑ Β). Η αποχώρηση των ΤΚ από την κυβέρνηση είναι το πρώτο πολιτικό μέτρο της διχοτόμησης του νησιού με πρόσχημα την καταπίεση των ΤΚ από τους ΕΚ. Η πολιτική αυτή στόχευε στην ανάμιξη της Τουρκίας προκειμένου η προσπάθεια για μια εφικτή ανεξαρτησία και ευκταία ένωση να μετατραπεί σε ελληνοτουρκική διαμάχη. Από την άλλη αρκετά από τα στελέχη της κυβέρνησης Μακαρίου επιδίδονται σε δραστηριότητες ενός παρακράτους (π.χ. σχέδιο Ακρίτας) που εκδίωκε τους κομμουνιστές του ΑΚΕΛ, εξασφάλιζε τον έλεγχο της παραοικονομίας, τη στρατηγική της έντασης με τους ΤΚ και τα διαπιστευτήρια προς τις υπερδυνάμεις. Έτσι και μετά τις ενστάσεις των 13 σημείων ξεσπούν οι διακοινοτικές ένοπλες διαμάχες του 1963-64 και η συνέχιση της δράσης της ΤΜΤ, ΤΚ οργάνωσης που δημιουργήθηκε με τη συνδρομή της Τουρκικής στρατιωτικής ηγεσίας με ηγέτη τον Ρ. Ντεκτάς, πρώην επίσημου δικηγόρου και βοηθού γενικού εισαγγελέα του Στέμματος καθώς και η ενίσχυση των ΤΚ θυλάκων. Επιχειρείται επέμβαση το 1964 εκ μέρους της Τουρκίας (βομβαρδισμοί στην Τυλληρία-Αύγουστος 1964) η οποία σταμάτησε από την Αμερικανική Κυβέρνηση Τζόνσον στο πλαίσιο μιας ισορροπίας δυνάμεων με την ΕΣΣΔ η οποία πλαισίωνε και στήριζε την κυβέρνηση του Μακάριου και στο πλαίσιο μιας συμφωνίας (Άτσεσον) που απέβλεπε αν και δεν προέβλεπε τη διχοτόμηση του νησιού. Επεμβαίνει ο ΟΗΕ με στρατό και βάζει συρματοπλέγματα ανάμεσα σε ΕΚ και ΤΚ θύλακες που δημιουργήθηκαν με την αποχώρηση του Κιουτσούκ από την κυβέρνηση. Οι δολοφονικές ενέργειες φτάνουν στη συμβολική δολοφονία των αριστερών βουλευτών του ΤΚ Καβάζογλου και του ΕΚ Μισιαούλη που επιγραμματικά ακύρωνε κάθε προσπάθεια προσέγγισης από την πλευρά της αριστεράς. Η ένταση στις σχέσεις ΕΚ-ΤΚ συνεχίστηκε και η κυβέρνηση Παπανδρέου που υποταγμένη στο δόγμα της Δύσης γινόταν όλο και πιο εχθρική με τον Μακάριο απέστειλε μυστική μεραρχία 10.000 ανδρών με επικεφαλή τον Γρίβα. Από τότε η εθνοφρουρά παίζει τον αντιμακαριακό ρόλο και ειδικά στα επεισόδια της Κοφίνου μέχρι και την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων το 1968. Ένταση στις σχέσεις καλύπτει όλη τη διάρκεια της επταετίας της ελληνικής Χούντας με την εθναρχία Μακαρίου Γ΄ ενώ η πρώτη συνομιλεί με την κυβέρνηση Ινονού περί «Ελληνοτουρκικής Ομοσπονδίας» και της «Κύπρου» ως «γυναίκας» που δεν μπορεί να μπει «ανάμεσα στη φιλία» συνεχίζοντας την πολιτική του ελληνικού κράτους από τη δεκαετία του 30. Στην τελευταία φάση της η ελληνική χούντα υπό την ηγεσία του Ιωαννίδη δίνει το πράσινο φως στην εθνοφρουρά και στους αντιμακαριακούς τυχοδιώκτες για την ανατροπή του, τον Ιούλιο του 1974 και τοποθετεί επικεφαλής του κυπριακού κράτους έναν φανατικό αντικομουνιστή αντιτούρκο και αντιμακαριακό, εκδότη και ηγέτη μικρο-ομάδας Ν. Σαμψών. Ακριβώς μετά το πραξικόπημα, η Τουρκία εισβάλει 2 φορές τον Ιούλιο και τον Αύγουστο (Αττίλας Ι και ΙΙ) με 40.000 στρατό με την ανοχή των ΗΠΑ-Αγγλίας και την αδράνεια της Διεθνούς κοινότητας η οποία περιορίζεται σε ανακοινώσεις για «συνεννόηση» και «συνεργασία», έχοντας απέναντί της ένα ανέτοιμο στρατό και ένα σχέδιο διχοτομικό της διπλής ένωσης του νησιού με την Ελλάδα και την Τουρκία. Η εισβολή είχε απέναντί της 1.000 περίπου στρατιώτες της ΕΛΔΥΚ και της Εθνοφρουράς όπως και 8.000 εφέδρους που δεν εξοπλίστηκαν λόγω της σύγχυσης που επικράτησε. Η διχοτόμηση ξεκίνησε από το 1974 με την Τουρκία που καταλαμβάνοντας το 37% της Βόρειας μεριάς χρησιμοποιώντας άρθρα της συμφωνίας Ζυρίχης-Λονδίνου του 1960 περί «μονομερούς επεμβάσεως». 200.000 πρόσφυγες, 4.000 νεκροί και 1600 περίπου αγνοούμενοι για τους οποίους ο Ντεκτάς το 1996 δήλωσε για την οριστική τους εξαφάνιση από ένοπλες ομάδες Τουρκοκυπρίων είναι τα τραγικά αποτελέσματα της εισβολής. Οι Τούρκοι κατακτούν το 65% της καλλιεργήσιμης έκτασης, το 70% του ορυκτού πλούτου, το 70% της βιομηχανίας, το 80% των τουριστικών εγκαταστάσεων. Η κοινή σύσκεψη του 74 της ελληνικής και κυπριακής κυβέρνησης υπό την απειλή μιας τρίτης εισβολής σταθεροποίησε την διπλωματική της πολιτική στο πλαίσιο του εφικτού και στη ρητορική του ευκταίου, διαχωρισμός που έγινε κανόνας πολιτικής, η οποία περιορίστηκε στην ανεξαρτησία του νησιού μέσω της ομοσπονδίας ΕΚ-ΤΚ. Δηλαδή μιας νέας περιόδου διπλοπρόσωπης πολιτικής μέχρι και σήμερα που ρητορικά καταγγέλλει την εισβολή αλλά πρακτικά την αναγνωρίζει. Η Τουρκία προέβη το 1983 στην μονομερή ανακήρυξη σε κράτος των κατεχομένων αυτών εδαφών, με την ονομασία: Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου (ΤΔΒΚ), κατά παράβαση του καταστατικού χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Μέχρι και το 2004, και τη διενέργεια του δημοψηφίσματος του σχεδίου Ανάν, το οποίο απέρριψε ο ΕΚ λαός με συντριπτική πλειοψηφία, 67%, το κυπριακό ήταν με κάθε ευκαιρία στην παγκόσμια σκακιέρα. Αποφάσεις του ΟΗΕ, των Διεθνών Δικαστηρίων και Οργανώσεων Δικαιωμάτων, κατοχύρωσαν ρητορικά τα επιχειρήματα της Κυπριακής κυβέρνησης περί εισβολής και παράνομης κατοχής, ενώ υπήρξαν πολλές διαπραγματεύσεις και προσεγγίσεις διαφόρων αποχρώσεων. Με κινητοποιήσεις εντός και εκτός της Κύπρου, το ζήτημα διεθνοποιήθηκε από το 1987 με τα κινήματα γυναικών, φοιτητών-μαθητών αργότερα με αποκορύφωμα τα γεγονότα του Αυγούστου 1996 και τη διεθνή κινητοποίηση λεσχών μοτοσικλετιστών όπου σε διασυνοριακά επεισόδια δολοφονήθηκαν οι ΕΚ διαδηλωτές Ισαάκ και Σολομού με πολιτική βούληση της ΤΚ Κυβέρνησης. Τέλος, λιγότερο από μια δεκαετία πριν το δημοψήφισμα για το σχέδιο Ανάν σχέδιο που ρητά αναγνώριζε την εισβολή και την παράνομη κατοχή εδάφους από την Τουρκία δίνοντας ψίχουλα από τα κατεχόμενα, μέχρι και σήμερα με την κήρυξη της οικονομικής κρίσης στην Κύπρο το 2012-2013, η Κύπρος βρέθηκε σε καθεστώς οικονομικής ανάπτυξης που στηρίχτηκε στο τραπεζικό σύστημα λόγω του αυξημένου ενδιαφέροντος κεφαλαιούχων.

ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΗΡΥΞΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Το κυπριακό ζήτημα από τη μεταπολίτευση και μετά ξεκινάει με την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο υπό το πρόσχημα της προστασίας της ΤΚ μειονότητας εφαρμόζοντας όρο της συνθήκης Ζυρίχης-Λονδίνου περί μονομερούς επέμβασης. Εκτός από την εξόντωση 4.000 Ελλήνων και ΕΚ, την προσφυγιά 200.000 από τα κατεχόμενα και την εξαφάνιση από ΤΚ 1600 αγνοουμένων η καταστροφή περιγράφεται και με την υφαρπαγή της οικονομίας της κατεχόμενης ζώνης την οποία νομιμοποίησε το 1983 με την μονόπλευρη ανακήρυξη του ΤΚ Κράτους:

-70% των πλουτοπαραγωγικών της πόρων.

-65% των ξενοδοχείων της.

-83% της διακίνησης γεωργοκτηνοτροφικών εξαγωγικών προϊόντων.

-40% των σχολικών κτηρίων.

-41% των γεωργοκτηνοτροφικών μονάδων.

-48% των εξαγωγών γεωργοκτηνοτροφικών προϊόντων.

-56% των εξαγωγών μεταλλεύματος.

-46% της βιομηχανικής παραγωγής.

-20% των κρατικών δασικών περιοχών καταστράφηκαν.

Αυτό συνεπάγεται από το γεγονός ότι στις κατεχόμενες σήμερα περιοχές βρίσκονταν πριν το 1974:

-65% της καλλιεργήσιμης έκτασης.

-70% του ορυκτού πλούτου.

-70% της βιομηχανίας.

-80% των τουριστικών εγκαταστάσεων του νησιού.

Με την απώλεια γης, βιομηχανιών, τουριστικών μονάδων κ.λπ., η ανεργία έφθασε το 1975 το 16.9%. (αμέσως μετά την εισβολή το ποσοστό ήταν 10%). Σήμερα σχεδόν σαράντα χρόνια μετά βρίσκεται στο 14.4%).

Έτσι, το κυπριακό ζήτημα, ταυτίζεται με τη μεταπολίτευση ως το εναρκτήριο γεγονός της πτώσης της Χούντας αλλά και ως το κορυφαίο ζήτημα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, δίπλα στο ζήτημα του Αιγαίου, της αναλογίας οπλισμού Ελλάδας-Τουρκίας ως μελών του ΝΑΤΟ και μικρότερα όπως της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη και της ελληνικής στην Κωνσταντινούπολη. Γεγονότα που έχουν συμβεί στην Πόλη το 1955 (οργανωμένο πογκρόμ στην Πόλη-Σεπτεμβριανά) και στην Κύπρο το 64 και η εισβολή της Τουρκίας το 1974 είναι οι ιστορικοί σταθμοί που προαναγγέλλουν τον κυρίαρχο ρόλο του Κυπριακού ζητήματος την περίοδο της μεταπολίτευσης. Οι πρώτες από κοινού (πολιτικών ηγεσιών Ελληνικού και Κυπριακού κράτους) συνδιασκέψεις καθορίζουν μέχρι και το 2004 την πολιτική για το κυπριακό και στην Ελλάδα και στην Κύπρο.

Αντίθετα με ένα ισχυρό κίνημα που διαδήλωνε από τη δεκαετία του 50 για την Κύπρο και συνέχισε να διαδηλώνει μέσα στη μεταπολίτευση, έχοντας υποβαθμίσει έως εκμηδενίσει τον επεκτατικό ρόλο της Τουρκίας, το ελληνικό πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο συνέχισε την ίδια διαδρομή της συνθήκης του Λονδίνου-Ζυρίχης. Βασικό και κοινό στοιχείο της διπλωματίας του είναι η αποδοχή ως τετελεσμένου της εισβολής και η διπλή σχέση τόσο με τους διεθνείς μηχανισμούς όσο και με την επίσημη Κυπριακή Κυβέρνηση. Η προσωρινή απομάκρυνση από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ με εντολή της Κυβέρνησης Καραμανλή η οποία είχε να αναμετρηθεί με έναν έντονο αντιαμερικανισμό της αντιπολίτευσης ταυτισμένο με την απομάκρυνση κάθε χουντικού κατάλοιπου στους θεσμούς είχε ως προμετωπίδα του το Κυπριακό δίπλα στις καταγγελίες για τις διεθνείς επεμβάσεις της Αμερικής στον κόσμο. Το «έξω αι ΗΠΑ» της πύλης του Πολυτεχνείου, τροφοδότησε το «δώστε τη χούντα στο λαό» και το «λευτεριά στην Κύπρο», συνθήματα που δίπλα στην έκρηξη του εργατικού ζητήματος, των νεολαιίστικων ελευθεριών, της απελευθέρωσης της γυναίκας, των ευρύτερων κοινωνικών προβλημάτων της υγείας, της εκπαίδευσης και των κοινωνικών υποδομών, ακόμα και του περιβάλλοντος ήταν στην προμετωπίδα. Η κυβέρνηση Καραμανλή κρατικοποιώντας τις εταιρίες τηλεφωνίας, ηλεκτρικού ρεύματος, νερού και αστικών μετακινήσεων έκανε τις απαραίτητες οικονομικές μεταρρυθμίσεις διενεργώντας μια περίοδο λιτότητας για την εργατική τάξη και τους εργαζόμενους ενώ σύναψε σκανδαλώδεις συμβάσεις με πολυεθνικές εταιρίες. Ο φιλοευρωπαϊκός του προσανατολισμός και όπως αποδείχθηκε μετά το ‘81 σχεδόν σύσσωμου του πολιτικού κατεστημένου που απέβλεπε σε μια Ευρώπη μακρύ χέρι της Αμερικής που συνεργαζόταν τόσο στον αντικομουνισμό όσο και στην διεύρυνση της Αγοράς αποτελώντας το αντίβαρο στις κοινωνικές παροχές των σοσιαλιστικών χωρών, ήταν αυτός που προέβλεπε τους αντίστοιχους χειρισμούς και για το Κυπριακό ζήτημα. Στην πραγματικότητα ήταν συνεχιστής της ίδιας της πολιτικής που είχε ήδη χαραχθεί από τη δεκαετία του 50-60 με απούσα όμως την επίσημη αντικομουνιστική ρητορεία η οποία αντικαταστάθηκε από την επικινδυνότητα του «αριστεροχουντισμού». Το Κυπριακό μέχρι και το 90 ήταν υπόθεση της αντιιμπεριαλιστικής αριστεράς η οποία ναι μεν δεν απαιτούσε την Ένωση με την Ελλάδα αλλά κρατούσε μια σαφή γραμμή εναντίον αμερικανικού ιμπεριαλισμού, πάντα ενάντια στο «Ανήκομεν εις την Δύσιν» που εξέφραζε το δεξιό και αστικό κατεστημένο που ζητούσε μέσα από την σχέση του με τις αποικιοκρατικές δυνάμεις να στηρίζει λύσεις εφικτές για την Κύπρο απέναντι στην επιθετικότητα του τούρκικου κατεστημένου, που όμως να μην θίγονται τα συμφέροντα του ξένου κεφαλαίου. Με τη σύμμαχο Τουρκία στο ΝΑΤΟ, το ελληνικό κράτος με ήπια διπλωματικά μέσα χρησιμοποιούσε την Κυπριακή Τραγωδία για να βελτιώνει τη δική του θέση. Από την άλλη το να ανοίξει «ο φάκελος της Κύπρου» ήταν το πάγιο αίτημα της καθεστωτικής αντιδεξιάς πολιτικής, μόνιμη προεκλογική υπόσχεση γεγονός που το 1987 ακυρώθηκε στην πράξη από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Η κυβέρνηση Παπανδρέου συνεχίζοντας την πολιτική διεύρυνσης του κράτους όπως και την παρασιτική οικονομική κατεύθυνση είχε να αναμετρηθεί με την αντιιμπεριαλιστική συνθηματολογία του που μετέτρεψε σε ρητορική για την Κύπρο. Η κρίση με το ερευνητικό σκάφος «ΧΟΡΑ» στα 1976 που έμεινε γνωστό από τη φράση του Α. Παπανδρέου «βυθίσατε το Χόρα» ήταν ένα ενδεικτικό γεγονός όπως και οι διαμαρτυρίες του Κ. Καραμανλή όταν αίρεται το εμπάρκο των στρατιωτικών εξοπλισμών της Κύπρου από την προεδρία των ΗΠΑ ως ανασχετικά του κλίματος της εποχής. Ωστόσο είναι γεγονός ότι το Κυπριακό μέσα από το πέρασμα του χρόνου και ειδικά μετά το 1981 και την υπερψήφιση του ΠΑΣΟΚ με συνθήματα για «Εθνική Ανεξαρτησία», εναντίωσης στην «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ» κατάφερε να αποδυναμώσει στο κίνημα τη θέση του Κυπριακού. ΟΙ συναντήσεις στο Νταβός του Παπανδρέου και Οζάλ έδωσαν μια εικόνα η οποία θα τεκμηρίωνε την συνέχιση αυτής της πολιτικής των λεονταρισμών και παραχωρήσεων. Η παραπομπή στη Χάγη ως αίτημα μόνο για το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας δίνει στο Κυπριακό τη θέση ενός κρυφού χαρτιού εσωτερικής κατανάλωσης. Η δεύτερη κρίση στο Αιγαίο με την παρουσία του «ΣΙΣΜΙΚ» και την απειλή πολέμου, πέρασε κάπως ανώδυνα με την συνάντηση με τον Οζάλ. Η Τρίτη κρίση στα Ίμια είναι και η πιο χαρακτηριστική. Πέρα από το «ευχαριστούμε» του Σημίτη στους Αμερικανούς, πέρα από τους 3 νεκρούς που χάθηκαν υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, πέρα από την αμφισβήτηση των εθνικών κυριαρχικών ορίων από πλευράς Τουρκίας, περά από τις κτηνώδεις δολοφονίες δυο ΕΚ διαδηλωτών, μια νέα εποχή ξεπροβάλει .Αυτή της ελληνοτουρκικής φιλίας. Μιας φιλίας εκσυγχρονισμένης αλλά βασισμένης στο δόγμα Τρούμαν, βέβαια, που σχετίζεται με την καλή πίστη για την είσοδο στην ΕΕ με τη λογική των συσχετισμών ώστε να απομειωθεί η επιθετικότητα και ο επεκτατισμός. Απέναντι σε ένα αναδυόμενο Νεοοθωμανισμό που ξεκίνησε το 1998 με την άνοδο ενός ήπιου Ισλάμ το ελληνικό κράτος και το Κυπριακό βρέθηκαν στη δίνη της ΕΕ ως ένας τρόπος «κατευνασμού του θηρίου» και μιας άλλης διευθέτησης δικαίου για την Κύπρο. Έτσι το Κυπριακό από την αρχή της μεταπολίτευσης μέχρι και σήμερα (αν εξαιρέσουμε την περίοδο του διχοτομικού δημοψηφίσματος το 2004) τέθηκε μεταξύ πολλών ζητημάτων που αφορούσαν τις σχέσεις των δυο χωρών και σηματοδότησε τη μετατόπισή του από μείζον σε ελάσσων.

Από την άλλη στην Κύπρο, μπροστά στην απειλή μιας νέας εισβολής τουλάχιστον μέχρι και το 1976, μπροστά στην ανάγκη της σίτισης και της στέγασης χιλιάδων προσφύγων, μπροστά στο διμερές παζάρεμα που έφτασε μέχρι και στην επιστροφή της Αμμοχώστου που δημιούργησε ένα διχασμό στους προσφυγομαχαλάδες, μπροστά στην ένταση μακαριακών και γριβικών, μπροστά στην κοινή μεταπολιτευτική πολιτική κατευνασμού των εισβολέων και στην παράλληλη εμπιστοσύνη στη διεθνή κοινότητα που απλά ήταν αδρανής αν εξαιρέσουμε την ισχύ των ΗΠΑ-Τουρκίας-Ισραήλ στην περιοχή, αναπτύχθηκε η επιβίωση και η προσαρμογή. Έτσι συστηματικά αναπτύχθηκε ο αναγκαίος κατασκευαστικός τομέας με την παράλληλη ανάπτυξη του πιστωτικού συστήματος. Υποβαθμίζοντας τον αγροτικό τομέα προς όφελος της τουριστικής ανάπτυξης και του μεταπρατισμού αναπτύχθηκε μια οικονομία πλουτισμού αλλά και μια νεοκυπριακή συνείδηση ειδικά την περίοδο της προεδρίας Βασιλείου, απεμπλεκόμενη από το ιστορικό όραμα της εθνικής ολοκλήρωσης και της επιστροφής των κατεχομένων εδαφών. Ήταν η «ευτυχής» κατάληξη της νίκης του εφικτού απέναντι στο ευκταίο με τη συνδρομή της Δύσης και του ελληνικού κράτους για το ρόλο της Κύπρου. Ένας συγκροτημένο σχήμα από Κύπριους πανεπιστημιακούς αλλά και ελλαδίτες (Βερεμής, Κόκκινος, Λιάκος, Αναγνωστοπούλου), την ηγεσία του ΑΚΕΛ, δημοσιογράφους όπως ο Δρουσιώτης, την εφημερίδα «Πολίτης», δημιούργησαν το έδαφος για μια κυπριακή συνείδηση ως εθνική. Με ένα μικρό διάλλειμα λεονταρισμών επί προεδρίας Κληρίδη, με την επιφαινόμενη απόκτηση των SS-300, στο πλαίσιο του Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος η πολιτική στην Κύπρο στιγματίστηκε από την πολιτική του εφικτού. Όλα αυτά μέχρι και το Μάρτιο του 2004 που καταψηφίστηκε το σχέδιο Ανάν που προέβλεπε την προνομιακή θέση της Τουρκίας στο νέο ομόσπονδο κυπριακό κράτος ως μια εκσυγχρονισμένη εκδοχή της συμφωνίας του Λονδίνου αλλά και παράλληλα την είσοδο της Κύπρου στην ΕΕ με τον όρο την έναρξη της σύνδεσης της Τουρκίας με τον υπερεθνικό οργανισμό. Από την άλλη η αριστερή εκδοχή της προσέγγισης ξεφεύγοντας από τις κινηματικές της διαδικασίες έγινε και κυρίως επί προέδρου Χριστόφια κρατικός προσανατολισμός σε ένα διεθνές πλαίσιο παγκοσμιοποίησης των αγορών. Η κρατική πλέον αριστερά της Κύπρου αφομοιώθηκε από τον εφικτό καπιταλισμό, δείγμα της φθοράς της αριστεράς διεθνώς. Αυτό φάνηκε ιδιαίτερα την περίοδο του δημοψηφίσματος αλλά και πιο καλύτερα την περίοδο που ως κυβέρνηση δέχτηκε την υπαγωγή της Κύπρου στην Τρόικα. Από κει και μετά ξεκινάει μια νέα περίοδος στην Κύπρο ως μια διαδικασία αναίρεσης της αστικής δημοκρατίας και δημιουργίας επαχθούς χρέους. Από κει και μετά ξεκινά και η διαδικασία για ένα νέο σχέδιο Ανάν όπως και για τις συμφωνίες εκμετάλλευσης του υποθαλάσσιου πλούτου με την ηγεμονική παρουσία των ΗΠΑ, της Τουρκίας και του Ισραήλ όπως και της χρήσιμης μνημονιακής Ελλάδας.