Κάτι που μου άρεσε από το μουντιάλ ήταν οι αντιδράσεις της εξέδρας όταν τους «τραβούσε» η κάμερα. Έβλεπαν τον εαυτό τους στη γιγαντοοθόνη του γηπέδου και ταυτόχρονα ήξεραν ότι τους βλέπουν εκατομμύρια άνθρωποι στις τηλεοράσεις. Έδειχναν με το δάχτυλο, ξεχνούσαν γέλια και λύπες και χαιρετούσαν λες και δεν είχαν ξαναδεί κάμερα.

Αυτά για τις εξέδρες γιατί όταν η κάμερα πήγαινε στους επισήμους, που έχουν χορτάσει παγκόσμια δημοσιότητα, έδειχναν άνετοι και ότι δε νοιάζονται. Ο Μικ Τζάκερ έπαιζε με το κινητό του, η Σαρλίζ Θερόν άφησε να της ξεφύγει ένα ειρωνικό μειδίαμα, η Μέρκελ κουβέντιαζε κάτι σοβαρό, η βασίλισσα Σοφία αμίλητη και πάει λέγοντας.

Με το πώς κοιτάει κάποιος τον φακό μπορούμε να βγάλουμε πολλά συμπεράσματα για το «έκθεμα και την εποχή του».

Όταν δεν έχεις ξαναδεί φωτογραφική μηχανή τη κοιτάς στα μάτια τρομαγμένος. Οι παλιές φωτογραφίες φαίνονται ως τέτοιες γιατί με το που έστηνε το τρίποδο ο φωτογράφος σταματούσε όλη η πόλη ή το χωρίο για να δει «τι ναι τούτο;». Ως και τη δεκαετία του 50 στις ελληνικές ταινίες μπορεί ο πρωταγωνιστής να δείχνει άνετος και φυσικός περπατώντας στην Ομόνοια αλλά όλη η πλατεία έχει σταματήσει και τον βλέπει- τον καρφώνει.

Το 1907 ψηφίστηκε στο Αμέρικα ο νόμος που απαγόρευε την είσοδο σε αναρχικούς. Οι αρχές, επειδή βέβαια κανένας δεν έλεγε ότι είναι, σκαρφίστηκαν ένα κόλπο για να τους ανακαλύπτουν. Πριν φύγουν οι μετανάστες από το Έλις Άιλαντ τους έλεγαν ότι θα τους φωτογραφήσουν για να δουν αν είναι σε λίστες ανεπιθύμητων.

Όλοι οι μετανάστες κοιτούσαν σαστισμένοι το φακό (οι περισσότεροι δεν είχαν ξαναδεί) εκτός από κάποιους που χαμήλωναν το βλέμμα, κατέβαζαν τη τραγιάσκα ως τα μάτια, έβαζαν το χέρι μπροστά κτλ. Η αστυνομία βέβαια δεν είχε αρχεία και κομπιούτερ τότε αλλά με αυτό το κόλπο καταλάβαιναν ότι αυτοί κάτι κρύβουν- τους έχουν φωτογραφήσει στις χώρες τους και δακτυλοσκοπήσει.

Σήμερα που όλοι έχουμε φωτογραφικές μηχανές και κάμερες, η επιτυχημένη φωτογραφία – που κρατάμε – είναι αυτή που δεν «δείχνει στημένη».

Κοιτάμε τον φακό τρομαγμένοι και αγέλαστοι μόνο στη ταυτότητα ή στο διαβατήριο (ή μετά από σύλληψη).  

Η άνεση μπροστά στο φακό, τα πιστεύω μας, τα ταξίδια μας, η οικονομική μας άνεση, η νομιμότητά μας όλα αυτά δεν κρύβονται στο φακό.

Μια φωτογραφία, χίλιες λέξεις.

Τι γίνεται όμως αν αντιστρέψουμε το ρητό;

Χίλιες λέξεις για μια φωτογραφία!

Το 1980 αρχίζει στο Περού το αντάρτικο από το «Φωτεινό Μονοπάτι». Μέσα σε λίγα χρόνια όλες οι μεγάλες πόλεις έχουν περικυκλωθεί από τους αντάρτες και στην ενδοχώρα ισχύει ο «νόμος του δυνατότερου».

Στα χωριά στη ζούγκλα και στα βουνά γίνεται χαμός. Ο στρατός, ακροδεξιοί παρακρατικοί, αντάρτες, βαρόνοι της κόκας, ληστρικές συμμορίες, αντίπαλες φυλές ινδιάνων και προσωπικές διαφορές μεταξύ οικογενειών έχουν βυθίσει τη χώρα στο αίμα. Όσοι δεν είναι μαζί μας, είναι εναντίον μας. Και όλοι κατηγορούν τους άλλους για το ξέσπασμα της βίας.

Το Δεκέμβρη του 1983 όλοι συμφωνούν να μην πειράξουν και να μην εμποδίσουν μια ανεξάρτητη επιτροπή εννέα έγκριτων δημοσιογράφων και φωτορεπόρτερ που με μοναδικό όπλο τις φωτογραφικές τους μηχανές θα γυρίσουν την ενδοχώρα για να δουν ποιος φταίει.

Δεν θα γυρίσει κανένας τους. Θα εξαφανιστούν. Όλοι κατηγορούν τους άλλους και όλοι ορκίζονται ότι δεν πείραξαν κανέναν.

Μετά από λίγους μήνες ένας λόχος που κυνηγάει αντάρτες θα φτάσει σε ένα απομονωμένο χωριό των ινδιάνων Κέτσουα στα 4000 μέτρα. Το πρώτο πράγμα που θα τους ρωτήσουν (περήφανα) οι χωρικοί είναι αν έχουν σφαίρες να τους πουλήσουν που να ταιριάζουν σε κάτι περίεργα υπερσύγχρονα όπλα που μπορούν και στοχεύουν μακριά αλλά δεν σκοτώνουν. Τα ονόματα των όπλων είναι εξίσου περίεργα: Canon, Nikon, Sony, Leica, Kodak κτλ.

Όλα τα φιλμ καταστράφηκαν από τη προσπάθεια να βάλουν πχ δεσμίδα από καλάσνικωφ σε κάθε κάμερα.

Μια κασέτα από κάμερα σώθηκε από τύχη και βρίσκεται στα αρχεία της αντιτρομοκρατικής του Περού.

Ο ήλιος δύει σε ένα ειδυλλιακό τοπίο στη κορυφή των Άνδεων. Οι χωρικοί πλησιάζουν γοργά με ματσέτες και δρεπάνια στα χέρια. Οι δημοσιογράφοι σχολιάζουν γελαστά (και γελασμένοι) ότι τώρα γυρνάνε από τα χωράφια τους.

Οι ινδιάνοι τους περικυκλώνουν και κοιτάνε στο φακό αμίλητοι και αγέλαστοι. Ο ατρόμητος αρχηγός της φυλής πλησιάζει προσεκτικά μήπως και τον πετύχουν αυτοί οι εννιά που τον «σημαδεύουν». Με μια κίνηση του δρεπανιού παίρνει το κεφάλι του πρώτου φωτορεπόρτερ.

Στα περουβιανά, ισπανικά, αγγλικά, γαλλικά – σε χίλιες γλώσσες και λέξεις αλλά όχι στα κέτσουα – οι άλλοι δημοσιογράφοι ακούγονται να προσπαθούν κλαίγοντας να εξηγήσουν ότι δεν είναι πολεμιστές.

Το τελευταίο που ακούγεται στο φιλμ είναι ουρλιαχτά και η κάμερα που μέχρι να σβήσει «τραβάει» σε κοντινό πλάνο μια πέτρα στο χώμα.

Μόλις γύρισα από το Αστυνομικό τμήμα όπου είχα πάει για να βγάλω τη καινούρια ταυτότητα. Αφήνω τα έντυπα και τις 4 φωτογραφίες και περιμένω γιατί υπάρχει πρόβλημα. Δε φαίνομαι καλά. Μετά από λίγη ώρα ο υπεύθυνος από το τμήμα ασφάλειας έρχεται και μια κοιτάει εμένα και μια τις φωτογραφίες. Μου ζητάει να τις ξαναβγάλω.

Μήπως μιλούσε τα Κέτσουα;

Π.

Όλα ξεκίνησαν από την καθημερινή ψυχαγωγική εκπομπή «Η χαρούμενη εργάτρια» στο κρατικό (και μοναδικό) κανάλι της χώρας. Η εκπομπή είχε αφιέρωμα στους κινδύνους που αντιμετωπίζει η νεολαία από τις μικροαστικές επιρροές και την αλλότρια επίδραση της ξένης μουσικής.

Η συντρόφισσα Ελένη Ίλιτς Μενεγάκοβα έδινε συμβουλές στις ανήσυχες μανάδες -πιστές στις αξίες της επανάστασης – πως θα καταλάβουν ότι τα παιδιά τους βλέπουν κρυφά απαγορευμένες εκπομπές από το ίντερνετ και που μπορούν να το καταγγείλουν.

Το να ξυπνάνε αργά, να μη λένε κάθε πρωί τον «ύμνο της επανάστασης», να δείχνουν ατημέλητα, να γελάνε χωρίς λόγο με κόκκινα μάτια, να θέλουν να αγοράσουν κιθάρα, να μη πάνε τη Κυριακή στην «εθελοντική νεανική εργασία», να αποφεύγουν τον κομισάριο του σχολείου, όλα αυτά είναι σίγουρα σημάδια ότι υπάρχει πρόβλημα.

Για πρώτη φορά όμως η εκπομπή θα είχε και αποκλειστικό βίντεο (με κρυφή κάμερα) από ένα παράνομο πάρτυ που είχε οργανωθεί στην Αθήνα για να δούνε όλοι τα αίσχη που γίνονται σε τέτοιες συγκεντρώσεις.

Πριν τη προβολή, ο νεαρός και ανερχόμενο αστέρι – όπως όλοι έλεγαν – της δημοσιογραφίας, Μάκης Ιωσήφ Ζουγκλώφ, εξήγησε πως κατάφερε να εισχωρήσει στους κύκλους των νεαρών, πως αναγκάστηκε να αφήσει μακρύ μαλλί για να γίνει «δικός τους», να βγάλει άλμπουμ με ροκ μουσική και τελικά με τη προσωπική συνεργασία του αρχηγού της μυστικής αστυνομίας Μιχάλη Βλαντιμίρ Χρυσοχοϊδιτς να προμηθευτεί έναν υπερσύγχρονο κοριό- μικροκάμερα από τον ανατολικογερμανό Κριστοφοράκο Ζήμενς.

Είχαν επίσης καλεστεί να σχολιάσουν το βίντεο ο πρώην γενικός γραμματέας αμύνης που σπάνια εμφανιζόταν πια στην tv αφού είχε αποσυρθεί στη φτωχική του ντάτσα, Άκης Νταβάριτς Τσοχατζόπουλωφ, ο κομισάριος για το «σωστό πατριωτικό τραγούδι» Μίκης Θεοδωράκης – ήταν ο μόνος που τον τίμησε η επαναστατική επιτροπή και δεν άλλαξε το όνομά του και ο διευθυντής σύνταξης της μοναδικής πανελλαδικής εφημερίδας «Η αλήθεια», ο σύντροφος Γιώργος Καρλ Πετάλωφ – με τον μεταφραστή του γιατί δεν ήξερε καλά τα ελληνικά.

Στο βίντεο φαίνονται καθαρά νέοι και νέες ντυμένοι απρεπώς να διασκεδάζουν με ξένη μουσική και έχοντας καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ αλλά και άλλων παράνομων ουσιών όπως παρατήρησε ο κ. Ζουγκλώφ.

Το λόγο πήρε ο κ. Θεοδωράκης και αποκάλυψε ότι βρήκε στο συρτάρι του κάποιες ξεχασμένες παρτιτούρες που θα γίνουν cd και εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι θα ναι τόσο καλά τα τραγούδια που η νεολαία δεν θα ψάχνει άλλη διασκέδαση.

Κάτι προσπάθησε να πει και ο κ. Πετάλωφ αλλά δεν τον κατάλαβε ούτε ο μεταφραστής του, έτσι η συντρόφισσα Μενεγάκοβα έβγαλε στον αέρα – ήθελε από την αρχή να επέμβει – τον κ. Χρυσοχοϊδιτς που υποσχέθηκε ότι γίνεται έρευνα και θα υπάρξουν συλλήψεις σύμφωνα με τον νέο «αντιτρομοκρατικό» νόμο.

Η εκπομπή είχε φοβερή επιτυχία και την επόμενη μέρα η «Αλήθεια» κυκλοφόρησε με πρωτοσέλιδο την ευχαριστήρια επιστολή του γενικού γραμματέα της χώρας και γενικού γραμματέα της σοσιαλιστικής διεθνούς, το «αστέρι του κομμουνισμού» – όπως τον αποκαλούσαν στα φόρα – Γεωργίου Χότζα Παπανδρέου.

Ακόμη είχε και μια αποκάλυψη. Το πάρτυ είχε γίνει στις πρώην φυλακές Αβέρωφ – αυτό το μνημείο της ελευθερίας – την ίδια στιγμή που το θωρηκτό ΠΑΣΟΚ (πρώην Αβέρωφ) συμμετείχε στους εορτασμούς στο λιμάνι της Νέας Υόρκης, μαζί με το θωρηκτό Ποτέμκιν για τα 400 χρόνια από τη νίκη του παγκόσμιου σοσιαλισμού.

Και μετά ξύπνησα

Π.

«Φάκα Adidas μου ‘πιασε τη φτέρνα
μπερδεύω το juke box με τη λατέρνα
πάνω απ’ του τάφου μου το κυπαρίσσι
μαύρη χελώνα μ’ έχει κατουρήσει»

(Νεοέλληνας, Τζίμης Πανούσης)

 Αν υπάρχει άνθρωπος που του αρέσουν οι δευτέρες πρέπει να είναι ανώμαλος ή αφεντικό (ή και τα δύο). Είναι η αρχή της εργάσιμης (για όσους έχουν) εβδομάδας και για αυτό δεν είναι τυχαίο ότι για τους μεν ανέργους τα μεγαλύτερα ποσοστά αυτοκτονίας εμφανίζονται ξημερώματα Κυριακής προς Δευτέρα και για τους εργαζόμενους οι δευτέρες έχουν τα μεγαλύτερα ποσοστά εργατικών ατυχημάτων.

Στην Αγγλία, με παράδοση στις καπιταλιστικές σχέσεις, υπάρχει η κατάρα «Happy Monday» και μόνο για τους χρηματιστές όλες οι δευτέρες είναι τέλειες εκτός από τις σπάνιες «μαύρες» που καταρρέει το χρηματιστήριο.

Αυτά σκεφτόμουνα πρωί Δευτέρας όταν έπρεπε σαν το λαγό να τρέξω σε τράπεζες, μετά στην εφορεία, μετά στη νομαρχία, μετά να πάρω τη μικρή από το σχολείο, μετά να πάω γραφείο και να πρέπει να τελειώσω ως το βράδυ μια δουλειά και μετά να ξαναπάρω τη κόρη μου από τη γιαγιά της.

Η μέρα, αν και μέσα στο άγχος και στα νεύρα, κόντευε να τελειώσει λίαν καλώς. Μου είχε μείνει λίγο δουλειά στο γραφείο αλλά θα προλάβαινα… όταν η γιαγιά με ειδοποίησε ότι η μικρή βαρέθηκε (είχε αρχίσει η αγαπημένη σειρά της γιαγιάς) και θέλει- απαιτεί- να πάω να την πάρω πιο νωρίς.

Σε ελάχιστο χρόνο βρίσκομαι εκεί- αμίλητος- να την κρατάω από το χέρι και να κόβουμε δρόμο μέσα από το πάρκο για να πάμε να της ψωνίσω λίγη Dvdίνη μπας και αποκοιμηθεί και με αφήσει ήσυχο για να τελειώσω τη δουλειά μου.

-«Μπορώ να κάνω λίγο κούνια;»

-«μμμμ…αποκλείεται»

- «Μη τρέχεις τόσο πολύ, κουράστηκα»

- «μμμμ…βιάζομαι»

- «Μου κρατάς πολύ δυνατά το χέρι, πονάω.

- « μμμμ…συγνώμη»

-«Κοίτα! Μια χελώνα πάνω στην άλλη… γιατί σφυρίζουν… ε! μη τρέχεις… το χέρι μου… θέλω να δω…θεεεεελω…». Κλάματα

Είχα ξεχάσει τι όμορφο θέαμα που είναι να κάνουν έρωτα οι χελώνες. Το αρσενικό ανεβαίνει πάνω στο θηλυκό και συνεχίζουν να περπατάνε- σιγά, σιγά- βγάζοντας ένα περίεργο σφύριγμα. Ερωτεύονται πάντα στα μέσα Ιουνίου και όπως λένε οι παλιοί όσο πιο νωρίς αρχίζουν τόσο πιο βροχερό θα είναι το καλοκαίρι.

Οι σοφές χελώνες ενώ όλο το χρόνο όταν φοβούνται κλείνονται σπίτι τους- στο καβούκι τους- όταν είναι ερωτευμένες, δεν τους ενοχλεί τίποτα… σε κοιτάνε κατάματα.  

Καθόμαστε στα χορτάρια και τις παρατηρούμε. Ηδονοβλεψίες της χαράς!

-«Μπαμπά… τι κάνουν;»

-« Εεε! Όπως η μελισσούλα πάει… να! το σποράκι που πέφτει στο χώμα… τίποτα, παίζουν ένα παιχνίδι τους»

Καθόμαστε στη κούνια για να βλέπουμε καλλίτερα καθώς οι χελώνες όλο και απομακρύνονται. Μετά από λίγη ώρα έχουν φτάσει στο τέρμα του μονοπατιού και χάνονται…

-«Χα,χα… είδες μπαμπά, σε προσπέρασαν οι χελώνες…ενώ πριν έτρεχες σαν λαγός»

Φύγαμε από το πάρκο αργά το βράδυ

Τελευταίοι

Π.

Ο Άρης Παύλος εκθέτει και εκτίθεται σε μια σειρά που την ονόμασε «Θάλασσας Τόποι». Η αποτύπωση μιας κοπιώδους αναζήτησης του φευγαλέου, του εφήμερου, του παιχνιδιού του φωτός με την εικόνα του, του ωραίου. Η ανθρώπινη παρουσία προβάλλεται ως μια ολότητα που την διαπραγματεύεται κυρίως με τη θάλασσα (ενίοτε και μες στη θάλασσα) η οποία όχι μόνο δεν αποτελεί φόντο αλλά διαμορφώνει τους τόπους της, τους τόπους των ανθρώπων. Σε μια εποχή κατακερματισμένου χρόνου, τόπου και κοινωνίας, η επιμονή και η υπομονή γίνεται η στιγμή που με τη σειρά της γίνεται φωτογραφία, δηλαδή: γνώση, συγκίνηση, κοινωνία. Με τη βοήθεια της ματιάς του, ο Άρης Παύλος, μας δίνει σε εικόνα αυτή την ενότητα με τη βοήθεια της θάλασσας. Κι αυτό μπορεί να μην είναι συνειδητή αναζήτηση, πάντα όμως το δεχόμαστε σαν δώρο.

Τα μάτια έχουν τη ματιά και η ματιά τον κόσμο.

 

[O Άρης Παύλος στη Σχεδία: Σχεδία στ' ανοιχτά της Αίγινας ,τεύχος 6,Χειμώνας 2006, σελίδες 118-121] σε PDF http://sxedia.espivblogs.net/%cf%83%cf%87%ce%b5%ce%b4%ce%b9%ce%b1-6/

ήταν ήδη στην πόλη οι οχτροί…

Τα φλουριά

Σ’ έρημο φαράγγι σε λυποποριά
Έχασα μαντήλι μ εκατό φλουριά
Ξόρκισα το χώμα έκανα σταυρό
Πριν αποσπερώσει να τα βρω
Τότε καρασκέρι γροίκησα μακριά
Κι είδα μες στο ήλιο στην κακοπετριά
Τρεις αλογολάτες με βαριά σπαθιά
Και τις αλυσίδες αρμαθιά

Τι ‘ναι τι κισμέτι τι ‘ναι το γραφτό
Πριν το μονοπάτι πάρω να κρυφτώ
Μού ‘στησαν καρτέρι σε μια πατουλιά
Και μου κλαίγαν δένδρα και πουλιά
Ήταν μαύρη Τρίτη μαύρο δειλινό
Κι έχασα τον κόσμο και τον ουρανό
Σε μεγάλο κάστρο σε βαθειά σπηλιά
Με τους πεθαμένους αγκαλιά

Ώσπου κάποιο βράδυ τρίξαν οι αρμοί
Κι άστραψε στην πόρτα λυγερό κορμί
Μια Βασιλοπούλα σαν τη Μαξιμώ
Πού ‘χε δυο φιδάκια στο λαιμό
Πάρε λέει τα φίδια, βάλτα στη καρδιά
Και μεγάλωσέ τα σα μικρά παιδιά
Το ‘να είν’ ο Δράκος τ’ άλλο ο Διγενής
Άξιο τους αδέρφι να γενείς

Κράτησα τα φίδια μες στην ερημιά
Βιος μου και ρεγάλο και κληρονομιά
Μου ’ φερναν καρύδια γάλα και ψωμί
Δίχως να γυρεύουν πλερωμή
Κι όταν κάποια νύχτα σώπασε η φωτιά
Σκάψανε του τοίχου τη ραγισματιά
Βρήκαν κερκοπόρτα και πρωί-πρωί
Μού ‘δειξαν το δρόμο στη ζωή

Τώρα τι να στα λέω τι να στα μολογώ
Μάθε μόνο τούτο- πού ‘παθα κι εγώ
Αν κρατάς χρυσάφι πλούτη και φλουριά
Δεν κατέχεις τι ‘ναι λευτεριά

Τριμμένο σακάκι τριμμένο χέρι

μασχάλες ξηλωμένες.

Που θα φανούν στη σταύρωση.

Μιχάλης Γκανάς, άτιτλο

Μέχρι να φτάσει το μαντάτο

κρύωνε το φαγητό στο πιάτο.

Απ’ το παλιό του το σακάκι

ένα κουμπάκι τώρα λείπει

και το δεξί του το μανίκι.

Μιχάλης Γκανάς, «Εργατικό Ατύχημα»

Έσκαψαν το βουνό. Έβγαλαν πέτρα.

Το ‘χτισαν πάλι με την ίδια του την πέτρα.

Στερέωσαν τα χώματα. Πιάσαν νερά.

Σημάδεψαν τα βήματα του Θεού στους λόφους

κι έφεραν λάδι από μακριά για το καντήλι τους.

Μιχάλης Γκανάς, «Ομαδικό Πορτρέτο»

Υπάρχουν

φασίστες

που

παριστάνουν

τους ανθρωπιστές

όπως

οι κανίβαλοι

που πάνω σ’ ένα καπρίτσιο

υγείας

τρώνε μονάχα

χορτοφάγους

Roger Macgough

από τη συλλογή «ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΟΥ ΛΙΒΑΡΠΟΥΛ»

Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις, 1984